Η σιωπή ενός πατέρα στην Μπούνια
«Εκείνο το βράδυ δεν φοβόταν τον θάνατο. Φοβόταν μήπως, πριν φύγει, δεν προλάβει να σώσει ό,τι πολυτιμότερο είχε στον κόσμο: τα δύο μικρά του παιδιά.»
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν θα γραφτούν ποτέ στα βιβλία της ιστορίας. Δεν θα τους απονεμηθούν τιμές ούτε θα ακουστούν τα ονόματά τους σε επίσημες τελετές. Κι όμως, πάνω στους δικούς τους ώμους στηρίζεται πολλές φορές η ίδια η ανθρωπότητα. Γιατί επάνω σε αυτούς τους “υπερανθρώπους” γράφεται η ιστορία και όχι πάνω στις βουτυροσπόνδυλες πλάτες κάποιων επωνύμων. Είναι οι αφανείς ήρωες της καθημερινότητας· οι πατέρες και οι μητέρες που θυσιάζουν αθόρυβα τη ζωή τους, τις επιθυμίες τους, ακόμη και την ίδια τους την ύπαρξη, για να μπορέσουν τα παιδιά τους να αντικρίσουν ένα καλύτερο αύριο.
Ένας από αυτούς ήταν κι εκείνος.
Πατέρας δύο αγοριών. Ένας άνθρωπος απλός, χωρίς σπουδαία μόρφωση, αλλά με σοφία που γεννήθηκε μέσα από τον πόνο. Η ζωή υπήρξε το μοναδικό του σχολείο. Η φτώχεια έγινε δάσκαλος της υπομονής του, οι δυσκολίες τον δίδαξαν την επιμονή και οι αμέτρητες δοκιμασίες τον έμαθαν πως η αγάπη δεν είναι συναίσθημα, αλλά καθημερινή θυσία και πραγματικότητα.
Η υγεία του άρχισε κάποτε να κλονίζεται. Οι άνθρωποι γύρω του τον προέτρεπαν να αναζητήσει άμεσα περίθαλψη. Εκείνος όμως σιωπούσε. Δεν υπολόγιζε μόνο τον δικό του πόνο. Υπολόγιζε το κόστος μιας νοσηλείας, το μέλλον των παιδιών του, το ψωμί που θα έλειπε από το τραπέζι τους, τα όνειρα που ίσως έμεναν ανολοκλήρωτα. Σε τόπους όπου η φτώχεια είναι καθημερινός συνοδοιπόρος, ακόμη και η αρρώστια μετατρέπεται σε μια σκληρή οικονομική δοκιμασία.

Δίπλα του στεκόταν η σύζυγός του.
Δεν χρειάζονταν πολλά λόγια μεταξύ τους. Οι ματιές τους είχαν μάθει να συνομιλούν πριν ακόμη γεννηθούν οι λέξεις. Μαζί σήκωναν έναν σταυρό που δεν είχαν επιλέξει. Κάθε ημέρα υπολόγιζαν τα λιγοστά χρήματα, την τροφή των παιδιών, τα σχολικά τους έξοδα, την επόμενη ημέρα. Κάθε μικρή απόφαση έκρυβε μια μεγάλη θυσία.
Ο πατέρας δεν ονειρευόταν πλούτη.
Ονειρευόταν να δει τα παιδιά του μορφωμένα. Να φύγουν, αν χρειαστεί, μακριά από τη βία και τη δυστυχία. Να αποκτήσουν εκείνες τις ευκαιρίες που ο ίδιος δεν γνώρισε ποτέ. Να γίνουν άνθρωποι με πίστη, αξιοπρέπεια και αγάπη προς τον συνάνθρωπο.
Γιατί οι πραγματικοί γονείς δεν μετρούν την επιτυχία τους μέσα από όσα άφησαν στην τράπεζα, αλλά μέσα από όσα χάραξαν στις καρδιές των παιδιών τους.
Η ιστορία αυτής της οικογένειας δεν είναι μοναδική.
Είναι η ιστορία χιλιάδων οικογενειών στο ανατολικό Κονγκό και ιδιαίτερα στην πολύπαθη επαρχία του Ιτούρι. Εκεί όπου οι ένοπλες συγκρούσεις, οι μετακινήσεις πληθυσμών, η φτώχεια, η έλλειψη ιατρικής περίθαλψης και η ανασφάλεια μετατρέπουν κάθε ημέρα σε έναν αδιάκοπο αγώνα επιβίωσης. Οι γονείς δεν αγωνίζονται μόνο να ζήσουν· αγωνίζονται να εξασφαλίσουν ότι τα παιδιά τους θα έχουν μια ελπίδα για το αύριο.
Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτή τη δοκιμασία, η ζωή δεν σταματά.
Τα παιδιά συνεχίζουν να γελούν. Οι μητέρες συνεχίζουν να προσεύχονται. Οι πατέρες συνεχίζουν να εργάζονται, ακόμη κι όταν το σώμα τους λυγίζει από την εξάντληση. Και η Εκκλησία μας παραμένει εκεί, πολλές φορές ως το μοναδικό ασφαλές καταφύγιο. Με ταπεινότητα υπηρετεί ασθενείς, στηρίζει ορφανά, περιθάλπει τους αδύναμους και κρατά άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας μέσα στις καρδιές των ανθρώπων.
Γι’ αυτόν τον πατέρα κανείς δεν γνώριζε όλη την αλήθεια.
Δεν απομακρύνθηκε από τα παιδιά του επειδή έπαψε να τα αγαπά. Απομακρύνθηκε επειδή τα αγαπούσε περισσότερο από την ίδια του τη ζωή.
Τα συμπτώματά του έδειχναν καθαρά από τι είχε προσβληθεί· ο ιός του έμπολα του θέριζε ήδη τα σωθικά.
Τη στιγμή εκείνη κατάλαβε πως η μεγαλύτερη μάχη του δεν ήταν πλέον να σωθεί ο ίδιος. Ήταν να προστατεύσει εκείνους που αποτελούσαν ολόκληρο τον κόσμο του. Γνώριζε ότι κάθε άγγιγμα, κάθε αγκαλιά, κάθε φιλί θα μπορούσε να γίνει αιτία να χαθούν και τα δύο παιδιά του.
Και τότε πήρε τη δυσκολότερη απόφαση της ζωής του.
Απομονώθηκε εκούσια.
Στερήθηκε τις φωνές τους, τα γέλια τους, την αγκαλιά τους. Έμεινε μόνος, όχι επειδή φοβήθηκε τον θάνατο, αλλά επειδή αρνήθηκε να αφήσει τον θάνατο να πλησιάσει τα παιδιά του. Ήταν μια σιωπηλή θυσία, άγνωστη στους πολλούς, γνωστή όμως στον Θεό. Στάθηκε δίπλα στα παιδιά του μέχρι τέλους για να τα ζήσει αλλά συγχρόνως, απομονωμένος από αυτά για να τα σώσει.

Μέχρι την τελευταία του πνοή προσευχόταν όχι να παραταθούν οι ημέρες της ζωής του, αλλά να παραταθούν οι ημέρες των παιδιών του. Δεν τους άφησε πλούτη ούτε περιουσίες. Τους άφησε μια κληρονομιά που δεν φθείρεται από τον χρόνο: την πίστη, την αξιοπρέπεια και το παράδειγμα της απόλυτης αγάπης.
Λίγες ημέρες αργότερα έκλεισε ήρεμα τα μάτια του.
Δεν νικήθηκε.
Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που δεν νικούν όταν παρατείνουν τη ζωή τους, αλλά προσφέρουν τη ζωή τους για να ζήσουν οι άλλοι. Αυτή είναι μια όντως μεγάλη νίκη.
Η ιστορία του είναι μία ακόμα, ανάμεσα στις χιλιάδες παρόμοιες ιστορίες του ανατολικού Κονγκό. Η επαρχία Ιτούρι εξακολουθεί να αιμορραγεί από τις συγκρούσεις, την ανέχεια, την ανασφάλεια και τώρα πια και από την θανατηφόρα επιδημία του έμπολα. Οι προοπτικές για πολλούς ανθρώπους παραμένουν περιορισμένες. Κι όμως, μέσα στα ερείπια του πολέμου εξακολουθεί να ανθίζει η ελπίδα. Η Εκκλησία συνεχίζει να στέκεται δίπλα στους ανθρώπους, να περιθάλπει τους πληγωμένους, να προστατεύει τα παιδιά, να στηρίζει τις οικογένειες και να μαρτυρεί ότι η αγάπη μπορεί να επιβιώσει ακόμη και εκεί όπου όλα μοιάζουν να έχουν χαθεί.
Κάποτε οι πόλεμοι θα τελειώσουν. Οι επιδημίες θα περάσουν. Οι πληγές θα επουλωθούν. Οι Ιεροί Ναοί θα γεμίσουν ξανά με παιδικές φωνές και οι άνθρωποι θα ξαναχτίσουν τα σπίτια και τις ζωές τους.
Ίσως τότε κανείς να μη θυμάται το όνομα αυτού του πατέρα.
Όμως ο Θεός θα θυμάται τη θυσία του.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο μεγάλη δικαίωση ενός ανθρώπου που αγάπησε τα παιδιά του περισσότερο από τον ίδιο του τον εαυτό.
Υ.Σ. Παρακαλούμε όσοι μπορείτε, στηρίξετε την προσπάθειά μας για την οργάνωση τακτικών συσσιτίων για τα άπορα παιδιά μας και για την υγειονομική τους φροντίδα. Λίγα ευρώ σώζουν τις ζωές τους.
Θερμές ευχαριστίες στην Αδελφότητα Ορθοδόξου Εξωτερικής Ιεραποστολής για την άοκνη και αμέριστη συμπαράσταση και στήριξη στο ταπεινό μας έργο.
† Ο Μπούνιας και Κισανγκάνι Πολύκαρπος
This page is also available in







