Το πρώτο Ορθόδοξο σχολείο στο Ανατολικό Κονγκό
Το ξεκίνημα μιας προσπάθειας ευαγγελισμού των αδελφών μας στην Αφρική χρειάζεται ταπείνωση, οραματισμό, τόλμη, πρωτοβουλία μέσα στα πλαίσια της εκκλησιαστικής τάξης και απόφαση του ιεραποστόλου να μιμηθεί τον Καλό Ποιμένα θυσιάζοντας την ψυχή του, όταν χρειάζεται, υπέρ των λογικών προβάτων της ποίμνης του Χριστού. Πρώτα απ’ όλα βέβαια απαιτείται η άνωθεν βοήθεια και η χάρη του Θεού «η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα».
Το «ξεκίνημα» λοιπόν δεν μπαίνει σε καλούπια ούτε αντιγράφεται από ποιμαντικά εγχειρίδια τα οποία είναι -χωρίς αμφιβολία- πολύ χρήσιμα όταν μάλιστα είναι απόσταγμα πείρας. Όμως υπάρχουν κάποιες βασικές αρχές πάνω στις οποίες είναι φρόνιμο να στηριχθεί μια νέα ιεραποστολική προσπάθεια.
Πολλοί αδελφοί στην Αφρική, ιδιαίτερα δε η συντριπτική πλειοψηφία στην οποία απευθυνόμαστε κατά το «ξεκίνημα», είναι άνθρωποι φτωχοί. Στερούνται τα εντελώς απαραίτητα. Ένας μέσος Ευρωπαίος δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί τον τρόπο ζωής τους αν δεν τον δει από κοντά. Για να ξεκινήσει το έργο του Ευαγγελισμού χρειάζεται να χτιστεί πρώτα η «γέφυρα» επικοινωνίας και εμπιστοσύνης μεταξύ του Ορθοδόξου ιερέα-ποιμένα και των ακροατών του, οι οποίοι έχουν συνήθως συγκεχυμένη εικόνα για την Ορθόδοξη Εκκλησία, πολλές φορές δε την αγνοούν παντελώς. Είναι άραγε εφικτό να χτιστεί η «γέφυρα» μόνο με το κήρυγμα και τη λειτουργική ζωή; Δύσκολη η απάντηση. Όμως το παράδειγμα του Αρχιποίμενος Χριστού είναι πάντοτε οδηγητικό. Ο Κύριος ενδιαφέρθηκε για την «θεραπεία» ολοκλήρου του ανθρώπου. Πρώτα απ’ όλα κήρυττε «το Ευαγγέλιο της Βασιλείας». Αυτό ήταν το κύριο έργο Του. Μετά θεράπευε τους ασθενείς. Κάποιες φορές έδωσε ψωμί στους ανθρώπους που ξέχασαν το φαγητό τους ακούοντας το λόγο Του. Και με το επίγειο ψωμί τους άνοιξε την όρεξη για «τον Άρτο τον εκ του ουρανού καταβάντα».

Η προσφορά αυτή του Χριστού στο «σύνολο» άνθρωπο μας διδάσκει πολλά για το ιεραποστολικό έργο. Αν δεν μπορούμε να θεραπεύουμε αρρώστους όπως οι Αγ. Απόστολοι, μπορούμε όμως με κάποιες θυσίες να οργανώσουμε ιατρικά κέντρα που να προστατεύουν την υγεία τους. Μπορούμε επίσης να κτίσουμε σχολεία που μαζί με την «γνώση» που είναι δώρο Θεού και βοηθά στην οργάνωση της επίγειας ζωής μας, στο «ευ ζειν», να μυούνται οι μαθητές και στην «επίγνωση του αληθινού Θεού». Η αξία της εκπαίδευσης είναι τεράστια από κάθε άποψη. Γι’ αυτό νομοθετείται ως υποχρεωτική από όλα τα κράτη, οι δε διεθνείς οργανισμοί τονίζουν στα Καταστατικά τους ότι αποτελεί δικαίωμα όλων των ανθρώπων.
Η έλλειψη Εκπαιδευτηρίων ειδικά στην Επισκοπή μας αποτελεί πρόβλημα. Γιατί όμως; Πρώτα απ’ όλα τα Δημόσια Σχολεία στα οποία επιδιώκουμε να στέλνουμε τα παιδιά μας συνήθως υπολειτουργούν και δεν είναι δυνατόν να καλύψουν τις μορφωτικές ανάγκες των πολυπληθών μαθητών. Τα παιδιά επομένως της τοπικής Εκκλησίας μας δηλ. των Ορθοδόξων οικογενειών ή των κατηχουμένων φοιτούν, με έξοδα της Εκκλησίας, στα Δημόσια σχολεία ή Πανεπιστήμια. Και είναι πάρα πολλά τα παιδιά αυτά. Αλλά και στα σχολεία αυτά υπάρχουν αρκετές επιβαρύνσεις δυσβάστακτες για τους Ορθοδόξους αδελφούς, οι οποίοι στερούνται τον «επιούσιον». Αφήνουμε το γεγονός των συχνών ασθενειών, τα νοσηλεία των οποίων συχνά καλύπτει η Εκκλησία μας. Οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Προτεστάντες διαθέτουν πολλά εκπαιδευτήρια στην περιοχή του Κίβου (Ανατολικό Κονγκό) και καλύπτουν όλες τις βαθμίδες: (νηπιαγωγεία, πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση). Τους μαθητές που δεν μπορούν να πληρώσουν δίδακτρα, τους δέχονται οι Καθολικοί και οι Προτεστάντες στα σχολεία τους, αλλά τους υποχρεώνουν να παραμείνουν στα Οικοτροφεία τους και βεβαίως να παρακολουθούν τις εκκλησιαστικές δραστηριότητές τους και την κατήχησή τους. Το αποτέλεσμα είναι οι Ορθόδοξοι μαθητές να διαμορφώνουν φρόνημα διαφορετικό από αυτό που υιοθετεί η Εκκλησία μας και σε κάποιες περιπτώσεις να απομακρύνονται από αυτή.

Εδώ στα Εκκλησιαστικά σχολεία (γενικά) δίδεται το δικαίωμα από το Κράτος να διδάσκεται το μάθημα των Θρησκευτικών, να γίνονται σχολικές εορτές, να υπάρχει πρόσβαση κληρικών και κατ’ επέκταση να γίνεται κατήχηση σε μεγάλο αριθμό παιδιών, εν γνώσει βέβαια των γονέων τους και με την συγκατάθεσή τους. Επομένως όταν η Ορθόδοξη Ιεραποστολή δεν έχει σχολεία στερείται της δυνατότητας να προσεγγίσει στο χώρο των παιδιών και των νέων. Ακόμη στα Εκκλησιαστικά σχολεία μπορούν να εργαστούν ως εκπαιδευτικοί ή σε άλλες βοηθητικές θέσεις πιστοί Ορθόδοξοι χριστιανοί ώστε και αυτοί να εξασφαλίσουν τα προς το ζην.
Βέβαια η αξία των σχολείων της Εκκλησίας δεν περιορίζεται μόνο σε αυτά. Πολλοί απόφοιτοι μετά τις σπουδές τους καταλαμβάνουν θέσεις κλειδιά στην κρατική ιεραρχία και επειδή θυμούνται με ευγνωμοσύνη όσα τους πρόσφερε το σχολείο, είναι πρόθυμοι να διευκολύνουν την Εκκλησία στο έργο της και να την βοηθήσουν να διασχίσει χωρίς μεγάλες καθυστερήσεις τους δαιδαλώδεις δρόμους της ατελείωτης γραφειοκρατίας. Επίσης αρκετοί απόφοιτοι θα γίνουν ιερείς, επιστήμονες, εκπαιδευτικοί και από τη θέση τους θα συμβάλλουν στη διάδοση της Ορθόδοξης Πίστης. Με δύο λόγια η ίδρυση σχολείων είναι μια σημαντική επένδυση για το μέλλον της Εκκλησίας.

Οι εδώ «αρχές και εξουσίες» αξιολογούν κυρίως την Εκκλησία από το «τι προσφέρει στο λαό;» Αυτό είναι το κριτήριό τους. Έτσι όταν βλέπουν Σχολεία, Νοσοκομεία κλπ. την θεωρούν «μεγάλη Εκκλησία», τους εμπνέει εμπιστοσύνη και είναι πρόθυμοι να δώσουν ευκολότερα άδειες, να κάνουν διευκολύνσεις κλπ. Το ίδιο σκεπτικό έχει και η πλειονότητα των εδώ αδελφών οι οποίοι, όπως άλλωστε και στην Ελλάδα, περιμένουν να δουν από την Εκκλησία κοινωνικό έργο.
Οπωσδήποτε η ίδρυση ενός σωστού σχολείου απαιτεί μεγάλες θυσίες. Χρειάζονται οικονομικοί πόροι για την ανέγερση και τη λειτουργία του, τουλάχιστον στο αρχικό στάδιο, καλοί εκπαιδευτικοί και συνεχής υποστήριξη από την Εκκλησία. Αλλά αξίζει τον κόπο γιατί το σχολείο μεταμορφώνει τη ζωή εκατοντάδων παιδιών και δίνει νέο αίμα στην Εκκλησία. Γι’ αυτό ο Άγ. Κοσμάς ο Αιτωλός έλεγε: «Καλύτερα να έχεις Ελληνικά σχολεία στον τόπο σου, παρά βρύσες και ποτάμια». Ο μεγάλος αυτός Άγιος ο στολισμένος με προφητικό χάρισμα είχε ιδρύσει 200 «κοινά σχολεία» και αρκετά «Ελληνικά» δηλ. ανώτερης βαθμίδας. Πίστευε δε ότι το σχολείο ανοίγει το δρόμο για την πίστη, διότι η εκπαίδευση μας δίνει τη δυνατότητα να έχουμε πρόσβαση στα πνευματικά βιβλία και ιδίως στην Αγία Γραφή.
Για όλους αυτούς τους λόγους η Ιερά μας Επισκοπή Γκόμας και Μεγάλου Κίβου αποφάσισε να προχωρήσει στην ανέγερση στην Ενορία του Αγίου Νεκταρίου Γκόμας, που είναι η πρώτη Ενορία της Επισκοπής.

Η προτεραιότητα θα δοθεί στο σχολείο της Γκόμας. Γιατί; Ο Μητροπολιτικός Ναός του Αγ. Νεκταρίου βρίσκεται μέσα στην πόλη και, λόγω της πνευματικής και φιλανθρωπικής δραστηριότητάς του, έχει ήδη γίνει πόλος έλξης, πλήθους κόσμου, Ορθοδόξων αλλά και περιοίκων.
Ο αριθμός των παιδιών σχολικής ηλικίας που συγκεντρώνονται κάθε Κυριακή και τις γιορτές, τόσο για τη Θεία Λειτουργία όσο και για τα φιλανθρωπικά γεύματα (συσσίτια) που προσφέρει η Ενορία του Αγίου Νεκταρίου, συχνά υπερβαίνει τα χίλια παιδιά!
Συνεπώς τα παιδιά, το μέλλον της Εκκλησίας, είναι πολλά και οπωσδήποτε αποτελούν ένα πολύτιμο πνευματικό κεφάλαιο. Αν τα αφήσουμε χωρίς σχολείο θα παρεκκλίνουν στους χώρους της παραβατικότητας και θα αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο της αναγκαστικής στρατολόγησης από της επαναστατικές και ανταρτικές ομάδες που δραστηριοποιούνται στον τόπο μας.

Αλλά για να χτιστεί και να λειτουργήσει ένα σχολείο χρειάζονται αρκετές δαπάνες. Συγκεκριμένα υπολογίζουμε ότι χρειάζονται 30.000$ για την αγορά πρώτα του οικοπέδου, και 60.000$ για την ανέγερση του σχολικού κτιρίου. Το ποσόν είναι μεγάλο. Για το λόγο αυτό η φτωχή και εμπόλεμη Επισκοπή μας κάνει έκκληση στα φιλάνθρωπα αισθήματα της Αδελφότητός μας της Ορθόδοξης Εξωτερικής Ιεραποστολής και ζητά την συνδρομή της για την ανέγερση του πρώτου σχολείου της στη Γκόμα. Βεβαιώνουμε δε ότι δεν τίθεται δίλημμα «Σχολείο ή Εκκλησία;» δεδομένου ότι πρόκειται για έργο πνευματικό, πρώτης προτεραιότητας, το οποίο θα συμβαδίζει με την Εκκλησία και σύντομα θα αποδώσει καρπό εκατονταπλασίονα. Είναι Έργο που θα «ανοίξει» και άλλες Ενορίες, άλλες εκκλησίες στη Ιερά μας Επισκοπή Γκόμας και Μεγάλου Κίβου. Γι’ αυτό και οι ευσεβείς δωρητές και συνδρομητές θα έχουν την Ευαρέσκεια του Αγίου Νεκταρίου Αιγίνης, Μητροπολίτου Πενταπόλεως, και μεγάλη μισθαποδοσία παρά Θεού.
Ο Γκόμας Τιμόθεος