| |

Η Ορθοδοξία ως πηγή ελπίδας: Γιατί έγινα Ορθόδοξος;

Γεννήθηκα στην Κολομβία μέσα σε μια ιστορία που δεν επέλεξα, αλλά που από την αρχή σημάδεψε τον ρυθμό της ζωής μου. Η ένοπλη σύγκρουση επηρέαζε τη χώρα μου και, όταν ήμουν μόλις ενός έτους, η οικογένειά μου αναγκάστηκε να φύγει για να προστατεύσει το μόνο που είχε πραγματική αξία: τη ζωή. Αφήσαμε πίσω τη γη μας, τις ρίζες μας, και ξεκινήσαμε ξανά, σχεδόν από το μηδέν.

Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον όπου η ευθραυστότητα της ζωής δεν ήταν μια μακρινή ιδέα, αλλά μια καθημερινή εμπειρία. Ο θάνατος δεν ήταν κάτι ξένο ούτε σπάνιο. Ήταν κοντά, συχνός, σχεδόν οικείος. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, στο σπίτι μου υπήρχε κάτι διαφορετικό: μια σιωπηλή βεβαιότητα, μια ελπίδα που δεν επιβαλλόταν με λόγια, αλλά στηριζόταν στην πίστη. Οι γονείς μου με έμαθαν από μικρό να κοιτάζω προς τα πάνω, να εμπιστεύομαι τον Θεό, να αγαπώ τον Ιησού και την Παναγία. Αυτή η πίστη, απλή αλλά σταθερή, φύτεψε μέσα μου μια επιθυμία που με τον καιρό έγινε ακατάπαυστη: να συναντήσω πραγματικά Εκείνον.

Αυτή η επιθυμία άρχισε να παίρνει μορφή όταν ήμουν δώδεκα ετών. Σε ένα μάθημα, ένα φαινομενικά ασήμαντο σχόλιο άνοιξε μια απρόσμενη πόρτα: η ύπαρξη μιας Εκκλησίας μακρινής, αρχαίας, διαφορετικής. Αυτή η αναφορά ξύπνησε μέσα μου κάτι δύσκολο να εξηγηθεί, σαν μια άγνωστη λέξη να άγγιξε μια μνήμη πιο παλιά από τις δικές μου αναμνήσεις. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα για την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Αυτό που ξεκίνησε ως περιέργεια σύντομα έγινε αναζήτηση. Και η αναζήτηση έγινε απόφαση. Η πιο κοντινή εκκλησία βρισκόταν δώδεκα ώρες μακριά. Δεν ήταν ένα εύκολο ή λογικό ταξίδι για ένα παιδί. Αλλά υπάρχουν δρόμοι που δεν ακολουθούνται με λογική, αλλά με κάλεσμα. Ένα βράδυ πήρα ένα λεωφορείο για την πρωτεύουσα και το επόμενο πρωί έφτασα, χωρίς να ξέρω ακριβώς τι θα βρω.

Αυτό που έζησα εκεί δεν έμοιαζε με τίποτα που είχα γνωρίσει πριν. Δεν ήταν μόνο μια αισθητική ή συναισθηματική εμπειρία. Ήταν κάτι πιο βαθύ. Σαν να σταμάτησε για λίγο ο χρόνος και η πραγματικότητα να απέκτησε νέο βάθος. Οι εικόνες, το θυμίαμα, οι ύμνοι… όλα έμοιαζαν να μιλούν μια γλώσσα που, χωρίς να την έχω μάθει, με κάποιον τρόπο την καταλάβαινα. Εκείνη η πρώτη Θεία Λειτουργία δεν ήταν απλώς όμορφη· ήταν, με έναν τρόπο, μια συνάντηση.

Στο τέλος εκείνης της ημέρας γνώρισα έναν ιερέα που μόλις είχε επιστρέψει από την Ελλάδα. Η αντίδρασή του στο ταξίδι μου ήταν ανθρώπινη και απρόσμενη: ανησυχία, φροντίδα, υπευθυνότητα. Αλλά αυτό που έκανε μετά σημάδεψε βαθιά τον δρόμο μου. Δεν περιορίστηκε στο να συνοδεύσει τον ενθουσιασμό μου· τον δέχτηκε, τον καθοδήγησε και του έδωσε μορφή. Επέστρεψε μαζί μου, μίλησε με την οικογένειά μου, έγινε μέρος της ιστορίας μου. Δεν ήθελε μόνο να φτάσω, αλλά να μάθω να παραμένω.

Από τότε άρχισε μια περίοδος υπομονετικής πορείας. Για δύο χρόνια, μέσα από ταξίδια, κατήχηση και επισκέψεις σε μικρές ιεραποστολές, μπήκα πιο βαθιά σε μια πίστη που έπαψε να είναι απλώς αίσθηση και έγινε ζωή. Αυτό που είχε αρχίσει ως εσωτερική ώθηση φανερώθηκε σιγά σιγά ως δρόμος. Στα δεκατέσσερά μου βαπτίστηκα. Δεν ήταν απλώς μια τελετή, αλλά μια συνειδητή είσοδος σε μια νέα ζωή. Εκείνη τη στιγμή έλαβα και ένα όνομα: Τιμόθεος Ευάγγελος. Ένα όνομα που περιείχε έναν προσανατολισμό, μια αποστολή, μια υπόσχεση: να είμαι νέος και ταυτόχρονα φορέας μιας καλής αγγελίας. Από τότε, η αποστολή έπαψε να είναι μια ιδέα και έγινε ορίζοντας.

Για χρόνια ταξίδευα μαζί με τον πνευματικό μου πατέρα, τώρα Επίσκοπο Τιμόθεο, σε διάφορες περιοχές της Κολομβίας και της Βενεζουέλας. Μακρινά μέρη, συχνά ξεχασμένα, όπου η ζωή συνεχίζεται μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Εκεί, ανάμεσα σε συγκεκριμένα πρόσωπα και ιστορίες σημαδεμένες από ανάγκη, κατάλαβα ότι η πίστη δεν κρατιέται για τον εαυτό μας: μοιράζεται, γίνεται πράξη, προσφέρεται.

Παράλληλα, ένας άλλος δρόμος άρχισε να διαμορφώνεται: η πνευματική και ακαδημαϊκή αναζήτηση. Η αποστολή και η γνώση δεν συγκρούστηκαν, αλλά ενώθηκαν. Η επιθυμία να κατανοήσω, να εμβαθύνω και να διδάξω μεγάλωνε μαζί με την επιθυμία να υπηρετώ. Με τον καιρό, εκείνο το παιδί που είχε ταξιδέψει για να βρει μια εκκλησία, πέρασε μέσα από διάφορες σπουδές: φιλοσοφία, θρησκευτικές επιστήμες, ψυχολογία, παιδαγωγική, κοινωνικές σπουδές. Καθεμία, με τον τρόπο της, άνοιγε περισσότερο την κατανόηση εκείνης της πρώτης συνάντησης.

Και όμως, στο βάθος, όλα έμοιαζαν να επιστρέφουν στο ίδιο σημείο αρχής. Σήμερα μπορώ να κοιτάξω πίσω και να αναγνωρίσω ότι, μέσα στην αβεβαιότητα, τον ξεριζωμό και την ευθραυστότητα, η Ορθόδοξη Εκκλησία έγινε για μένα πηγή ελπίδας. Μια ζωντανή πραγματικότητα, που παίρνει μορφή σε πρόσωπα, σε πράξεις, σε δρόμους που διανύθηκαν. Εκεί δεν βρήκα μόνο απαντήσεις, αλλά έναν τρόπο ζωής.

Με τον χρόνο, όταν φαινόταν ότι μια περίοδος είχε ολοκληρωθεί, γεννήθηκε ξανά μια εσωτερική κίνηση. Αφού φτάσεις σε μια κορυφή, σαν να φαίνεται μια άλλη πιο ψηλή στον ορίζοντα. Αυτή η κίνηση με οδήγησε στην Ελλάδα, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο που ακόμη γράφεται.

Γιατί υπάρχουν δρόμοι που δεν τελειώνουν, αλλά μεταμορφώνονται. Και υπάρχουν καλέσματα που, ακόμη κι όταν φαίνεται ότι έχουν απαντηθεί, συνεχίζουν να αντηχούν μέσα μας… καλώντας μας, για άλλη μια φορά, να ξεκινήσουμε το ταξίδι.

Τιμόθεος Ευάγγελος Hernández Zuluaga

Περισσότερα