Βρισκόμαστε, αυτές τις μέρες στο πουθενά! Χρειάζεται κανείς να έχει μεγάλη φαντασία ή ακόμα να είναι προικισμένος με το χάρισμα του γραπτού λόγου της ποίησης ή ζωγράφος για να μπορέσει να αποτυπώσει στο άψυχο αυτό χαρτί τα αισθήματα και τους λογισμούς του που κυριαρχούν, όταν βρίσκεται σ’ ένα απ’ αυτούς τους τόπους.

Η Ορθόδοξή μας Εκκλησία έβαλε στα έργα της προτεραιότητάς της εκείνο που υπάρχει σ’ αυτές τις ξεχασμένες – απομακρυσμένες περιοχές, την παιδεία, μαζί με εκείνο που λέγεται επισιτιστικό πρόγραμμα. Είναι ποτέ δυνατόν κάποιο παιδάκι, όσο κι αν είναι αθώο και αγνό, να μην αισθανθεί την ανάγκη ότι δεν θα μπορέσει να μορφωθεί, αν δεν βάλει κάτι στο στομαχάκι του για να τον κρατήσει πρώτα ζωντανό και ύστερα να μπορεί να συλλαμβάνει τα μηνύματα της παιδείας και της μόρφωσης, όσο κι αν είναι δύσκολες οι συνθήκες.

Ένα γεύμα, έστω κι αν είναι δύο φέτες ψωμιού με λίγο βούτυρο ή μαρμελάδα ή ακόμα και χωρίς αυτά, θα ανακουφίσει τα στομαχάκια αυτών των μικρών παιδιών που έχουν το δικαίωμα στον 21ο αιώνα που ζούμε να γευθούν κι αυτά κάτι για να επιβιώσουν. Είναι δηλαδή τόσο δύσκολο; Είναι οπωσδήποτε αυτονόητο. Δεν μπορούμε εμείς να απολαμβάνουμε, να γεμίζουμε τα στομάχια μας και να επαναπαυόμαστε. Δεν θα δώσουμε από το υστέρημά μας, αφού γνωρίζουμε ότι έχουμε υπερβολικά μεγάλο πλεόνασμα για τη δική μας επιβίωση ή καλύτερα την καλοπέραση και την απόλαυσή μας. Ας συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε χρέος να σώσουμε αθώες ψυχές που μας εμπιστεύονται και μας εκλιπαρούν να τους χαρίσουμε αυτό που εμείς απολαμβάνουμε πλούσια: τη ζωή τους…

Περιοδεία στις ενορίες της υπαίθρου

Αρχίζω να προβληματίζομαι αφού το ταξίδι στο πουθενά με βγάζει σε τόπους που πραγματικά με αφήνουν άφωνο. Εκεί, σ’ αυτούς τους τόπους της ποιμαντικής μου αποδημίας, έφθασα στα πιο ξεχασμένα φτωχά και απροστάτευτα παιδάκια που περίμεναν έναν λόγο κι ένα μικρό χαμόγελο. Τα συνάντησα. Και αντίκρισα μπροστά μου; Ένα κτίριο που υποτίθεται είναι το σχολείο τους, όπου καθημερινά ακούνε τα μαθήματά τους και μαθαίνουν γράμματα. Μια κατασκευή από άγρια ξύλα με χώμα που τελικά έπεσε κι από κει μπαίνουν μέσα όλων των ειδών τα έντομα και φυσικά το κρύο. Τι να τους πω τώρα, σ’ αυτή την κατάσταση που τα βρήκα; Φυσικά πεινούσαν. Να φάνε τι κι από πού; Η όλη φύση είναι νεκρή και το χώμα κάλυψε το προσωπάκι τους, αφού δεν είχαν άλλη επιλογή από του να παίζουν έξω. Τα παιδιά έχουν ζωή, είναι ζωντανά με τα λίγα που διαθέτουν. Χρειάζονται όμως αγάπη και στοργή, ένα τρυφερό αγκάλιασμα, έναν λόγο και κάτι για να θερμάνει την ψυχή και την καρδούλα τους. Τα σχόλια δεν χρειάζονται, είναι περιττά.

† Ο Ναϊρόμπι Μακάριος