Κάθε φορὰ ποὺ ἐπιστρέφουμε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἤ ἀπὸ κάποια μακρὰ περιοδεία στὸ Ἱεραποστολικὸ Κέντρο μας στὸ Κινταμάλι Ἰρίγγας, πλῆθος πιστῶν, παιδάκια, νέοι καὶ ἡλικιωμένοι, ἔρχονται νὰ μᾶς καλοσωρίσουν μὲ φανερὴ χαρὰ καὶ εὐγένεια, ἀλλὰ καὶ νὰ ζητήσουν κάποια οἰκονομικὴ ἤ ὑλικὴ βοήθεια. Τὸ φαινόμενο εἶναι συνηθισμένο καὶ τὸ χαιρόμαστε γιατὶ δὲν γίνεται προσποιητὰ ἀλλὰ μὲ εἰλικρίνεια καὶ αὐθορμητισμό. Ἄλλωστε ἡ περιοχὴ αὐτὴ εἶναι ἡ φτωχότερη καὶ πιὸ πρωτόγονη τῆς Τανζανίας καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι οἱ δικοί μας ἄνθρωποι, ἡ ἀγαπημένη μας οἰκογένεια.

Ἕνα πρωινό, τὴν ἑπομένη τῆς ἐπιστροφῆς μου στὴν περιοχὴ τῆς Ἀρούσας, βλέπω στὴν πόρτα μου ἕνα ψηλό, ἀδύνατο παληκάρι μὲ τὴν χαρακτηριστικὴ ἐνδυμασία τῶν Μασάι, καὶ ἕνα φαρδὺ χαμόγελο. Ἦταν ὁ Ματθαῖος. Τὸν βαφτίσαμε ὅταν ἦταν μικρὸ παιδάκι. Ἔκτοτε φοίτησε στὸ σχολεῖο, ἀγάπησε τὴν Ἐκκλησία μας καὶ ὅταν ἦλθε σὲ ὥριμη ἡλικία παντρεύτηκε μὲ μιὰ ὄμορφη καὶ σεμνὴ κοπέλα ἀπὸ τὸ χωριό του καὶ τώρα εἶναι πατέρας δύο παιδιῶν. Μάλιστα τὴν τελευταία φορὰ ποὺ ἐπισκεφτήκαμε τὸ χωριὸ τῶν Μασάι, ὅλοι μαζὶ ζήτησαν νὰ χειροτονήσουμε τὸν Ματθαῖο ἱερέα γιὰ τὸ χωριό τους.

Ἐκεῖνο τὸ πρωὶ λοιπὸν βλέποντάς τον μπροστὰ μου, χάρηκα γιατὶ μέσα μου τρέφω ἐλπίδες γι’ αὐτὸν, ὅτι μπορεῖ μὲ τὴν χάρη του Θεοῦ, κάποια μέρα νὰ γίνει ἕνας καλὸς ἱερέας τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀφοῦ μοῦ φίλησε τὸ χέρι, μοῦ λέει: «Καρίμπου Ἀσκόφου», δηλαδὴ καλῶς ἦλθες Ἐπίσκοπε, ἦλθα νὰ πάρω τὴν εὐχή σου. Αὐθόρμητα μέσα μου σκέφτηκα, «ποιὸς ξέρει τὶ θὰ μοῦ ζητήσει». Ἀντίθετα, αὐτὸς ἐπανέλαβε ὅτι, «ἄκουσα πὼς γύρισες καὶ ἦλθα νὰ σὲ χαιρετίσω». Στὴ συζήτηση ποὺ ἀκολούθησε, τοῦ εἶπα πῶς κάποιοι ἀδελφοί μας ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἔδωσαν κάποια χρήματα γιὰ νὰ κάνουμε γεώτρηση στὸ χωριὸ τους. Τὰ μασάικα χωριὰ εἶναι ἀπομονωμένα ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα, διότι ἔχουν διαφορετικὸ πολιτιστικὸ ὑπόβαθρο καὶ κουλτούρα ἀπὸ τοὺς λοιποὺς Ἀφρικανούς, θεωροῦν ὅτι κατάγονται ἀπὸ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο καὶ δὲν ἀναμειγνύονται μὲ ἄλλες φυλές.

Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ματθαίου εἰλικρινὰ μὲ συνετάραξε. Ἀντὶ νὰ χαρεῖ καὶ νὰ πεῖ ὅτι ἡ γεώτρηση αὐτὴ θὰ μᾶς σώσει, διότι κουβαλᾶμε νερὸ μὲ τὰ πόδια ἀπὸ πολλὰ χιλιόμετρα, κλπ. αὐτὸς εἶπε: «καλύτερα νὰ κάνουμε τὴν γεώτρηση μεταξὺ τοῦ χωριοῦ μας καὶ τοῦ διπλανοῦ ἀφρικάνικου χωριοῦ, «διότι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς ἀγάπης καὶ δὲν ξεχωρίζει τοὺς ἀνθρώπους»!

Μιὰ κουβέντα ποὺ πραγματικὰ δὲν περίμενα νὰ τὴν ἀκούσω, ποὺ δείχνει τὴν εὐγένεια καὶ τὴν λεβεντιὰ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων καὶ ποὺ ἀποδεικνύει πόσο ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου ἀγγίζει τὶς ἁπλὲς ψυχὲς αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων.

Πρὶν φύγει τὸν ρώτησα μήπως χρειάζεται κάτι, καὶ μοῦ ζήτησε ἕνα κομποσχοίνι. Τὸ πρόσωπό του ἔλαμψε ἀπὸ χαρὰ ὅταν τὸ πέρασε στὸν λαιμό του καὶ ἔφυγε τρισευτυχισμένος. Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου δοξολόγησα τὸν Τρισάγιο Θεό, ποὺ μᾶς στηρίζει στὸ ἔργο μας μὲ τέτοιες πνευματικὲς χαρές. Καὶ παίρνουμε κουράγιο καὶ συνεχίζουμε.

Ο Αρούσας Αγαθόνικος