Επιτάφιος Λόγος για τον Γέροντα Αμφιλόχιο
Ομιλούμε σήμερα με πόνο αλλά και με ευγνωμοσύνη για τον Γέροντά μας, τον Μητροπολίτη από Νέας Ζηλανδίας, πρώην Γάνου και Χώρας Αμφιλόχιο, τον πατέρα που γνώρισαν οι λαοί της Μαύρης Ηπείρου και του Ειρηνικού, τον φωτιστή που άναψε το καντήλι της Ορθοδοξίας στα πέρατα του κόσμου.
Γεννήθηκε φτωχός στο νησί της Ρόδου το 1938, μέσα σε μια οικογένεια απλή, που έμαθε από νωρίς να στηρίζεται στην Πρόνοια του Θεού και την ευχή της Παναγίας. Από τα μαθητικά του χρόνια στην Πατμιάδα Εκκλησιαστική Σχολή και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης δέχτηκε το μπόλιασμα της ιεραποστολής, κοντά σε αγιασμένες μορφές όπως ο Όσιος Αμφιλόχιος Μακρής, που σφράγισαν την πορεία του και του ενέπνευσαν θυσιαστική αγάπη για τον άνθρωπο χωρίς διακρίσεις.
Νέος κληρικός, άφησε την πατρίδα του και ξεκίνησε για την Αφρική, στην Κένυα, στην Τανζανία και κυρίως στο Κονγκό, όπου εργάστηκε ως άοκνος εργάτης του Ευαγγελίου, ιδρύοντας ενορίες, κατηχώντας, βαπτίζοντας, στηρίζοντας χήρες, ορφανά και πονεμένους ανθρώπους, κάνοντας την Εκκλησία καταφύγιο για όσους δεν είχαν κανέναν. Εκεί, μέσα στη ζούγκλα και στις πόλεις της φτώχειας, έμαθε να βλέπει στο πρόσωπο κάθε πεινασμένου, διψασμένου, ασθενούς και φυλακισμένου τον ίδιο τον Χριστό, και να θεωρεί όλους αυτούς παιδιά και αδέλφια του, για τα οποία προσευχόταν καθημερινά με δάκρυα.
Το 2005, η Εκκλησία τον κάλεσε σε μια νέα, ανθρώπινα ακατόρθωτη αποστολή: εξελέγη Μητροπολίτης Νέας Ζηλανδίας, και με καρδιά νεανική, παρά την ηλικία του, δέχθηκε χωρίς δισταγμό. Ήρθε στην Ωκεανία ως έμπειρος πνευματικός γεωργός, για να σπείρει τον πρώτο σπόρο της Ορθοδοξίας σε χώρες που δεν είχαν ποτέ γνωρίσει τον Χριστό με ορθόδοξο τρόπο, στα Φίτζι, στην Τόνγκα και στη Σαμόα, όπου φύτεψε τις πρώτες κοινότητες πίστης, προσευχής και ευχαριστιακής ζωής.

Στα νησιά του Ειρηνικού και στη Νέα Ζηλανδία, άνοιξε καινούριους δρόμους για την Ορθοδοξία, όχι με θόρυβο και επιβολή, αλλά με ταπείνωση, πραότητα και γνήσια πατρική στοργή. Έκτισε ιερούς ναούς και μοναστικά κέντρα, τα οποία ο ίδιος χαρακτήριζε «καντήλι αναμμένο στη μέση του Ωκεανού», αιώνιο σύμβολο θείας λατρείας και προσευχής στα νησιά που άρχισαν να μαθαίνουν την Ζωή της Ορθοδοξίας. Μέριμνά του δεν ήταν μόνο οι πέτρες των εκκλησιών, αλλά οι «ζωντανοί ναοί»: οι άνθρωποι, οι οικογένειες, τα παιδιά που χρειαζόταν στήριξη, παρηγοριά και ελπίδα.
Με ιδιαίτερη ευαισθησία στάθηκε κοντά στα παιδιά, στα ορφανά, στους περιθωριοποιημένους, δημιουργώντας έργα αγάπης, ορφανοτροφεία και δομές φροντίδας, ώστε κανένα παιδί να μη νιώθει εγκαταλελειμμένο. Σε κάθε πληγωμένο, σε κάθε ρακένδυτο και πονεμένο, έβλεπε μια ευκαιρία να προσφέρει τον Χριστό, όχι με λόγια μόνο, αλλά με ψωμί, με ένα κρεβάτι, με ένα χαμόγελο, με μια αγκαλιά, με την προσωπική του παρουσία.
Γνώριζε ότι η Εκκλησία ριζώνει μόνο όταν αποκτά τοπικό πρόσωπο, και γι’ αυτό αγωνίστηκε να αναδειχθούν γηγενείς κληρικοί, κατηχητές και εργάτες του Ευαγγελίου, ώστε τα νέα φυτά της πίστης να μη μείνουν ορφανά. Χειροτόνησε ιερείς από τους ίδιους τους λαούς της Ωκεανίας, ευλόγησε μοναχούς και αναγνώστες, και τους εμπιστεύτηκε την αποστολή της συνέχισης της χάριτος του Θεού, καθιστώντας τους συν-λειτουργούς και όχι απλούς βοηθούς του.
Όσοι τον γνώρισαν στην Ωκεανία, Έλληνες και ντόπιοι, ένιωθαν κοντά του από την πρώτη στιγμή μια βεβαιότητα, ότι μπορούν να τον εμπιστευτούν και να τον ακολουθήσουν «στο όνομα του Χριστού». Η γαλήνη του προσώπου του, η απλότητα του λόγου του, η προσευχητική του σιωπή, έκαναν τον συνομιλητή του να ανοίγει καρδιά, να καταθέτει πληγές, να βρίσκει κατεύθυνση και νόημα, να ξαναζωντανεύει η ελπίδα. Κανένας άνθρωπος που του έστελνε ο Θεός δεν ξεχνιόταν στη μνήμη και στην προσευχή του. Ρωτούσε για όλους, χαιρόταν με τα καλά τους και ενέτεινε την προσευχή του στις δυσκολίες τους.
Γι’ αυτό και σήμερα μπορούμε να πούμε χωρίς δισταγμό ότι ο Γέροντας Αμφιλόχιος υπήρξε ο φυσικός πνευματικός πατέρας των παιδιών της Ωκεανίας, ο πατέρας που ένωσε στο ίδιο ποτήριο της Ευχαριστίας ανθρώπους από τη Ρόδο, την Αφρική, τη Νέα Ζηλανδία, τα Φίτζι, την Τόνγκα και τη Σαμόα. Έγινε γέφυρα μεταξύ λαών, γλωσσών και πολιτισμών, αποδεικνύοντας ότι η Ορθοδοξία δεν είναι ξενικό ένδυμα, αλλά καρδιά που χωρά τους πάντες, όταν αυτή χτυπά «δι’ αγάπης ενεργουμένης».
Ο τρόπος της εκδημίας του υπήρξε για όλους μας μάθημα πνευματικής νηφαλιότητας και προετοιμασίας. Ο Θεός επέτρεψε να έχουμε χρόνο να συνειδητοποιήσουμε ότι πλησιάζει η ώρα του, ώστε ο ανθρώπινος πόνος να μεταμορφωθεί σε χαρά κατά Θεόν, σε ευχαριστία για το δώρο που μας χάρισε η Εκκλησία μέσα από την παρουσία του. Στο άκουσμα της κοιμήσεώς του, η στενοχώρια καλύφθηκε από τη βεβαιότητα ότι ο Γέροντάς μας δεν χάθηκε, αλλά παραδόθηκε ως πολύτιμο δώρο της επίγειας Εκκλησίας στον ουράνιο Θρόνο, προσφέροντας πολλαπλασιασμένα τα τάλαντα που του εμπιστεύθηκε ο Κύριος.

Σήμερα, καθώς στεκόμαστε γύρω από το σεπτό του σκήνωμα, φυσικά και νοητά, δεν αποχαιρετούμε έναν «διοικητικό» Μητροπολίτη, αλλά έναν πατέρα που έζησε και πέθανε για τα πνευματικά του παιδιά. Έναν άνθρωπο που υπήρξε φωτεινή, πράα και ταπεινή παρουσία, ποιμένας με ανοιχτή καρδιά, ο οποίος στάθηκε δίπλα στον άνθρωπο χωρίς διακρίσεις, αφήνοντας πίσω του ένα δυσαναπλήρωτο κενό, αλλά και μια παρακαταθήκη πίστης, αγάπης και ανιδιοτελούς προσφοράς.
Η φωτογραφία του παραμένει σε κάθε εκκλησία της Ωκεανίας, όχι ως απλό κειμήλιο, αλλά ως ζωντανή υπενθύμιση της πατρικής του παρουσίας, που μας καλεί να συνεχίσουμε τον δρόμο που εκείνος άνοιξε. Ζει στις καρδιές μας, εμπνέει τις σκέψεις και τα έργα μας, στέκει μπροστάρης στην πορεία μας, και μας διδάσκει ότι η αληθινή ιεραποστολή δεν είναι σχέδιο ανθρώπινης σοφίας, αλλά πίστις που ενεργείται διά της αγάπης.
Ως σημερινός Μητροπολίτης Νέας Ζηλανδίας, στέκομαι νοητά ενώπιόν του με βαθιά συγκίνηση και ευγνωμοσύνη, νιώθοντας ότι παρέλαβα όχι απλώς μια Μητρόπολη, αλλά μια κληρονομιά αγιότητας, κόπου, δακρύων και θυσίας. Παρακαλώ τον Θεό να με αξιώνει να διακονώ με το ίδιο φρόνημα, να φυλάξω άσβεστο το καντήλι που εκείνος άναψε στον Ειρηνικό, να στηρίζω τους αδελφούς μας της Ωκεανίας με την ίδια πατρική στοργή, να συνεχίσω –όσο μπορώ– στα βήματά του.
Και εσένα, σεβάσμιε Γέροντα Αμφιλόχιε, σε παρακαλούμε, στάσου τώρα από τη νέα σου θέση στον Ουρανό πρεσβευτής για όλους μας, για τα παιδιά της Ρόδου, της Αφρικής, της Νέας Ζηλανδίας, των Φίτζι, της Τόνγκα, της Σαμόα και όλης της Ωκεανίας, που σε γνώρισαν, σε αγάπησαν και σε αποκαλούν «πατέρα». Μη μας ξεχάσεις, όπως ποτέ δεν ξέχασες κανέναν στη γη, αλλά ενίσχυε μας στην πίστη, παρηγόρησε μας στις θλίψεις, καθοδήγησε μας στον δρόμο της σωτηρίας, ώστε, όταν θελήσει ο Κύριος, να αξιωθούμε κι εμείς να γιορτάσουμε μαζί σου το αιώνιο Πάσχα στη Βασιλεία Του. Αιωνία σου η μνήμη, σεβάσμιε Γέροντα και πατέρα μας, Αμφιλόχιε, φωτιστή της Ωκεανίας. Αιωνία η μνήμη.
Ο Νέας Ζηλανδίας Μύρων