Ἡ προσφορὰ τοῦ π. Χρυσοστόμου Παπασαραντοπούλου εἰς τὴν ἱεραποστολικὴ προσπάθεια τοῦ Πατριαρχείου μας εἶναι σημαντική. Βέβαια ἀπὸ ὁρισμένους κύκλους ἐσκεμμένα ἤ ἄθελα ἔγινε προσπάθεια  νὰ μειωθεῖ, νὰ καλυφθεῖ ἤ νὰ ξεχασθεῖ  τὸ ἔργο τοῦ Παπαφλέσσα τῆς Ἱεραποστολῆς Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Παπασαραντοπούλου καὶ νὰ ἀγνοηθεῖ καὶ ἡ ἱεραποστολικὴ προσφορὰ τοῦ Ἀρχιμ. Νικοδήμου Σαρίκα. Καὶ οἱ δύο διακόνησαν κάτω ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ στὸ Πατριαρχεῖο καὶ ὑπὸ τὶς εὐλογίες του.

Ὁ π. Χρυσόστομος ξεκίνησε γιὰ τὴν Ἀφρικὴ ἀφοῦ προηγουμένως ἐπῆγε στὴ Ἀλεξάνδρεια καὶ ζήτησε τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχου Χριστοφόρου. Ὅσοι τὸν γνωρίσαμε ἤ εἴχαμε ἐπικοινωνία μαζί του μᾶς ὁδηγοῦσε στὴν ὑπακοή στὴν Ἐκκλησία, στὸν ἐπίσκοπο καὶ ὅτι μόνον μὲ τὴν εὐλογία του νὰ ἐργασθοῦμε καὶ νὰ διακονήσουμε. Τόνιζε σὲ ἕνα γράμμα του πρὸς τὸν π. Ἰωάννη Ἀθανασιάδη: « Ὅπως σᾶς εἶναι γνωστὸν, ἡ πρώτη “ἑστία” τῆς Ἑλληνικῆς Ἐξωτερικῆς Ἱεραποστολῆς ὑπήχθη ἤδη ἐν Οὐγκάντα τῆς Ἀνατολικῆς Ἀφρικῆς ὑπὸ τὴν εὐλογίαν τοῦ Μακ. Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας καὶ τὴν πνευματικὴν ἀρχηγίαν τοῦ Σεβασμ. Μητροπολίτου Εἰρηνουπόλεως κ.κ. Νικολάου, τοῦ ὁποίου σᾶς διαβιβάζω τὰς εὐχὰς.»[1]

Ὁ π. Χρυσόστομος ἐγεννήθη τὸ 1903 στὸ Βασιλίτσιο Μεσσηνίας. Εἶχε μεγάλη ἀγάπη στὰ γράμματα ἀλλὰ λόγω τοῦ θανάτου τοῦ πατέρα του δὲν μπόρεσε νὰ συνεχίσει τὸ σχολεῖο καὶ διέκοψε στὴν 4η Δημοτικοῦ.

Σὲ ἡλικία 16 ἐτῶν τὸ 1918, ἐκατὸ χρόνια δηλαδὴ πρίν, ἐπῆγε νὰ μονάσει στὸ Μοναστήρι Κορώνης καὶ στὴν συνέχεια στὸ ἀσκητήριο τοῦ Παναγουλάκη. Ὅταν τὰ ἀδέλφια του τὸ ἔμαθαν καὶ ἦρθαν νὰ τὸν πάρουν, δὲν ἐδέχθη νὰ τοὺς ἀκολουθήσει καὶ τοὺς εἶπε: «τώρα πλέον εὑρῆκα αὐτὸ ποὺ ποθοῦσε ἡ ψυχή μου, τὴν μελέτη καὶ τὴν προσευχή»[2].

Τὴν 4η Μαΐου τοῦ 1926 ἐχειροτονήθη διάκονος καὶ κατόπιν ἱερομόναχος ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Μεσσηνίας Μελέτιο καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα ἀπὸ Χρῆστος σὲ Χρυσόστομο. Ἐν συνεχείᾳ διορίζεται ἡγούμενος στὴν Ἱ. Μονὴ Γαρδικίου. Μαζί του πῆρε καὶ τὴν μητέρα του, τὴν ὁποίαν ἔκειρε μοναχὴ δίδοντάς την τὸ ὄνομα ἀπὸ Σταυρούλα σὲ Σεβαστιανή. Σύντομα μετετέθη στὴν Μονὴ τῆς Χρυσοκελλαριᾶς καὶ τότε ἔλαβε τὸ ἀπολυτήριο τοῦ Δημοτικοῦ «ὡς κατ’ οἶκον διδαχθείς». Τὸ 1938 ἀνῆλθε στὸν θρόνου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν ὁ Χρύσανθος, ὁ ὁποῖος τὸν ἐκάλεσε στὴν Ἀθήνα καὶ τὸν ἐνέγραψε στὸ μοναχολόγιο τῆς Μονῆς Πετράκη. Κατόπιν τὸν διόρισε ἡγούμενο στὴν Ἱ. Μονὴ Φανερωμένης Σαλαμίνος.

Μὲ τὴν ἔναρξη τῆς Γερμανικῆς κατοχῆς καὶ τὴν ἐκλογὴ ὡς Μητροπολίτου Ἐδέσσης τοῦ Παντελεήμονος Παπαγεωρίου πηγαίνει τὸ 1941 νὰ ὑπηρετήσει κοντά του στὴν Ἔδεσσα.[3] Διορίσθηκε Πρωτοσύγκελλος καὶ διακόνησε στὰ δύσκολα χρόνια τῆς κατοχῆς. Γράφει περὶ αὐτοῦ ὁ Ἀρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας: «Εἰς τὴν καιομένην ἐκείνην Ἑλληνικὴν περιοχὴν εὗρον τὸν ἀείμνηστον π. Χρυσόστομον Παπασαραντόπουλον ἐργαζόμενον μετὰ ἀξιοθαυμάστου δραστηριότητος καὶ αὐτοθυσίας ἱεραποστολικῆς.  Παρά τὰς δυσμενεστάτας συνθήκας εἰς τὸ κεντρικὸν  αὐτὸ τμῆμα τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας, ὁ πατὴρ Χρυσόστομος περιώδευε ὅλα τὰ δεινοπαθοῦντα χωριὰ, ἅτινα ἐφοβέριζεν ἡ ΟΧΡΑΝΑ,[4] ὅπου ὡς ἱεροκήρυξ καὶ λειτουργός καὶ κυρίως ὡς ἄριστος ἐξομολόγος ἐπετέλεσε πράγματι ἀξιόλογα ἐπιτεύγματα.»[5] Κάτω ἀπὸ τοὺς καταρράκτες τῆς Ἐδέσσης ἔκτισε τὸ Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδος. Στὴν Ἔδεσσα συνεδέθη μὲ τὸν Ἀρχιμ. Χαρίτωνα Πνευματικάκη καὶ τὸν Ἀθανάσιο Φραγκόπουλο, οἱ ὁποῖοι διακόνησαν ἐκεῖ ὡς ἱεροκήρυκες.

Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 τὸν βρίσκουμε νὰ ὑπηρετεῖ εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Κρήνης Θεσσαλονίκης. Ἔκεῖ ἐγνωρίσθη διὰ τῆς ἐξομολογήσεως μετὰ τοῦ ἀειμνήστου πατρός μου. Συνέβη τότε τὸ ἑξῆς γεγονός. Ἀπὸ λάθος ἰατρικὸ ἐκοιμήθη ὁ κατὰ ἕνα χρόνο μεγαλύτερος ἀδελφός μου. Αὐτὸς ἦταν ὑγιέστατος, ἐνῶ ἐγὼ τότε ἤμουν συνεχῶς ἄρρωστος. Ὁ πατέρας μου πῆγε τότε καὶ παραπονέθηκε στὸν π. Χρυσόστομο: «Γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν πῆρε τὸν ἄρρωστο γιό μου καὶ πῆρε τὸ ὑγιέστατο γιό μου;» Καὶ ὁ π. Χρυσόστομος τοῦ ἀπήντησε: «Ὁ Γιῶργος θὰ γίνει ἱερεύς». Αὐτὸ πραγματοποιήθη μετὰ 20 ἔτη, τὸ 1971. Τοῦ εἶπε ἐπίσης γιὰ τὴν πορεία τῆς ζωῆς μου, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ ἀργότερα ἔγιναν.

Ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη καταφεύγει πάλι στὴν Μονὴ Πετράκη, ὅπου τοῦ δίδεται εὐκαιρία σὲ μεγάλη ἡλικία νὰ σπουδάσει στὴν Θεολογικὴ σχολή. Ἐκεῖ ὡς φοιτητής γνωρίζει τὸν π. Θεόδωρο Νανγυάμα ἀπὸ τὴν Οὐγκάντα. Εἶναι ἤδη 58 ἐτῶν. Πληροφορεῖται ἀπὸ αὐτὸν γιὰ τὴν ἱεραποστολὴ στὴν Οὐγκάντα.  Τότε ἀκούει τὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπαντᾶ. Γράφει σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα γράμματά του: «Δὲν μποροῦσα  νὰ κάμω ἀλλοιῶς. Ἡ φωνὴ τοῦ Ἀρχηγοῦ καὶ Δεσπότου ἡμῶν εἶναι ἐπιτακτικὴ μέσα μου καὶ ἔπρεπε νὰ ὑπακούσω παρὰ τὰς διαμαρτυρίας πολλῶν ἀγαπητῶν.»[6]

Μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἐπίσκοπος Θεόδωρος Νανγιάμα: «Ὅταν ἐπεσκέφθηκε ὁ πολὺς Σπάρτας τὰς Ἀθήνας τὸ 1959, τότε ὁ π. Χρυσόστομος ἔγινε ἔξαλλος καὶ ἑτοιμάστηκε νὰ πάη γιὰ τὴν Ἀφρικήν. Δὲν ἔχασε δὲ τὸ θάρρος του ἄν καὶ πολλοὶ τὸν ἀπεθάρρυναν λόγῳ τῆς ἡλικίας του καὶ διὰ τὴν ὑγείαν του. Μερικοὶ δὲν ἠρκέσθησαν νὰ τὸν ἀποθαρρύνουν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐκορόϊδεψαν κι’ὅλας…»[7]. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Θεόκλητος  προσπάθησε νὰ τὸν ἐμποδίσει: «Εἶσαι μεγάλος καὶ ἄρρωστος, θὰ πεθάνεις ἐκεῖ» καὶ ἔλαβε ἀπὸ τὸν π. Χρυσόστομο τὴν ἀπάντηση «μνήματα ὑπάρχουν καὶ στὴν Ἀφρική»[8].

Κατέφυγε στὴν Πάτμο νὰ συμβουλευθεῖ τὸν ἅγιον  Ἀμφιλόχιον Μακρῆ. Ὅταν τοῦ ἀνέφερε καὶ ζήτησε τὴν συμβουλή του, ἐκεῖνος τὸν ἐνεθάρρυνε καὶ τοῦ εἶπε: «Πόσον θὰ ἤθελα νὰ πήγαινα ἐγὼ εἰς Ἀφρικήν! Τὸ γῆρας καὶ ἡ ἀσθένειά μου μὲ ἐμποδίζουν, θὰ εἶμαι βάρος καὶ δὲν θ’ἀνταποκριθῶ εἰς τὰ καθήκοντά μου. Τὶ κρῖμα ποὺ ἐγήρασα! Σὲ ζηλεύω π. Χρυσόστομε»![9]

Τὸ Πάσχα τοῦ 1960 ἐπισκέφθηκε διὰ προσκύνημα τοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Πατριάρχη Χριστοφόρο καὶ νὰ πάρει τὴν εὐλογία του γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς ἀποφάσεώς του νὰ κατέβει στὴν Ἀνατολικὴ Ἀφρική. Ὁ Πατριάρχης τοῦ ἔδωσε τὴν εὐλογίαν καὶ μὲ πρόσκληση τοῦ κ. Σούτη ἀπὸ τὴν Ἀρούσα  ταξίδευσε γιὰ τὴν Ἀρούσα, ἐκεῖ ἔμεινε γιὰ ἕνα διάστημα  καὶ ἀπὸ ἐκεί πῆγε στὴν Καμπάλα.

Ὁ Μητροπολίτης Εἰρηνουπόλεως Νικόλαος τοῦ ἀνέθεσε τὴν Γενικὴ Γραμματεία τῆς Μητροπόλεως. Ὁ π. Χρυσόστομος γράφει σὲ γράμμα του: «Εὔχεσθε λοιπὸν καὶ προσεύχεσθε νὰ φανῶ εἰς κάποιον βαθμὸν ἄξιος τῆς ἀποστολῆς-καὶ τῆς “ Ἱεραποστολῆς” τῆς ὁποίας μοὶ ἀνετέθη ὑπὸ τοῦ ἁγίου Εἰρηνουπόλεως ἡ Γεν. Γραμματεία-καὶ νὰ προσφέρω κάτι πρὸς δόξαν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του…….»[10].  Περὶ τῆς δράσεώς του εἰς τὴν Οὐγκάντα θὰ ἀφήσουμε τοὺς ἴδιους τοὺς Οὐγκαντέζους νὰ ὁμιλήσουν.

Γράφει ὁ π. Ὀβαδίας Μπασαγιακίταλο: «Ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος ὑπηρέτησε μὲ εὐλάβειαν τὸν Θεὸν εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἀφρικὴν ἐπὶ πολλὰ ἔτη.  

Ὁ Χρυσόστομος  δὲν ὑπῆρξε μισθωτὸς θρησκευτικὸς ἐργάτης, ἀλλ’ἕνας ἐκ τῶν πλέον ὑπομονητικῶν ἀπὸ ὅσους ἔχω ποτὲ συναντήσει, ἀπολύτως ἀφοσιωμένος, φιλοπονώτατος, πάντοτε ταπεινός, οὐδέποτε καταλήφθείς ὑπὸ θυμοῦ, τὸ τονίζω, οὐδέποτε ἀπολύτως, παραδειγματικὸς διδάσκαλος καὶ φιλάνθρωπος.

Ἐθαύμαζα ὅλους τοὺς τρόπους του, μὲ τοὺς ὁποίους ἐχειρίζετο τὸ  ἅγιον ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ, πού τοῦ ἦτο ἐμπεπιστευμένον.

Οὐδέποτε εἶχε μεγάλην ἰδέαν διὰ τὸν ἑαυτόν του. Ποτὲ δὲν κατελήφθη ἀπὸ φιλαργυρίαν.

Ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς πλέον πεπειραμένους λειτουργοὺς τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν.

Ἡμεῖς, συνεπῶς, οἱ Ἀφρικανοὶ Χριστιανοί, τὸν ἀγαπούσαμε πάρα πολύ.

Ἐταξίδευσα μαζύ του, τόσον εἰς τὴν Οὐγκάντα, ὅσον καὶ εἰς τὴν Κένυαν τῆς Ἀνατολικῆς Ἀφρικῆς. Εὑρισκόμην πάντοτε εἰς στενὴν ἐπαφὴν μαζύ του. Δἐν ἄφηνε ἀχρησιμοποίητον οὔτε ἐλάχιστον ἀπὸ τὸν ἐλεύθερον χρόνον του. Ποτὲ δὲν εἶδα καὶ δὲν ἄκουσα νὰ καταχρᾶται τῆς καλωσύνης οἱουδήποτε ἤ νὰ διαπληκτίζεται μὲ κανέναν.

Κατὰ τὴν παραμονήν του εἰς Οὐγκάντα καὶ Κένυαν, κατέβαλε πλήρεις προσπαθείας νὰ μάθη τὰς γλώσσας Σουαχίλι καὶ Λουγκάντα καὶ τὸ κατώρθωσε. Τὰς ἔμαθε. Περισσότερον ἐξέμαθε τὴν Σουαχίλι, μὲ τὴν ὁποίαν μποροῦσε νὰ κηρύττη τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ μετέφρασε μερικὰ ἱερὰ βιβλία εἰς αὐτήν.

Δυνάμεθα ἐλευθέρως νὰ εἴπω καὶ νὰ συμπεράνω, ὅτι ὁ Ἀρχιμανδρίτης Χρυσόστομος ἦταν ὁ πλέον λαοφιλὴς ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ἡγέτας εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἀφρικήν.

Εἴθε ὁ Πανάγαθος Θεὸς νὰ τὸν ἀναπαύση ἐν εὐλογίᾳ.

Αἰδ. Πρωτοπρ. Ὀβαδίας Κ. Μπασαγιακίταλο.
Γεν. Ἀρχιερ. Ἐπίτροπος Οὐγκάντας
Ι.Ν.Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, Μπουγκόλο-Τζίνζα-Οὐγκάντα. Ἰούλιος 1973[11]

Γράφει ὁ αἰδ. Πρωτοπρεσβύτερος π. Εἰρηναῖος Μαγκίμπι[12]: «Ὁ Μακαρίτης ἀφίχθη εἰς τὴν Οὐγκάντα τὸ 1960, ἀφοῦ  εἶχε συζητήσει ἐπὶ ὁλόκληρα τέσσαρα χρόνια τὸ θέμα αὐτὸ φοιτῶντας μαζὺ μὲ τὸν νῦν Θεοφιλέστατον Ἐπίσκοπον Θεόδωρον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν, σπουδάζοντας τὴν Θεολογίαν. Ἀπό τότε ἀπεφάσισε νὰ εἰσέλθη καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἱεραποστολικὸν ἔργον εἰς Ἀνατολικὴν Ἀφρικήν.

Ὁ Πατὴρ ἀγαποῦσε εἰλικρινῶς τὴν Ἱεραποστολήν, μὲ ὅλην τὴν ψυχήν του, καὶ άφοσίωσε τὴν ζωήν του, πρὸς διάδοσιν τῆς Ἑλληνορθοδόξου Πίστεως καὶ τόσον πολὺ ἐμπνευσμένος ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ἔγινε τέλειος Ἱεραπόστολος. Εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ποιμαντικῶν καθηκόντων του, ἀπεδείχθη πραγματικὰ ἱεραπόστολικός.

Ἰδιαιτέρως ἐγὼ ἤμουνα στενὸς συνεργάτης τοῦ μακαριστοῦ, ἀπὸ τὸν καιρὸν ἤ μᾶλλον ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν ἀφίξεώς του εἰς Οὐγκάντα. Μαζί, μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, ἐδημιουργήσαμεν καὶ διωργανώσαμεν πολλὰ καὶ διάφορα πράγματα, προβλέποντες τὴν φάσιν τῆς μελλούσης ἱεραποστολῆς μας. Καὶ γενικῶς συνεργάσθημεν διὰ τὴν θεμελίωσιν καὶ ἀνάπτυξιν καὶ καρποφόρον πρόοδον τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως εἰς τὴν Οὐγκάντα.

Ὡρκίσθη νὰ ἐξυπηρετῇ τὴν Ἱεραποστολὴν ἐπὶ 10 ὁλόκληρα ἕτη καὶ μάλιστα τὰ συμπλήρωσεν μὲ τόσην ἀγάπην, ὥστε ἐργαζόταν ἀκούραστα διὰ τὴν διάδοσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς Ἑλληνοορθοδόξου Διδασκαλίας.

Ὅταν ἦλθεν ὁ μακαρίτης, δὲν εὑρῆκε παρὰ τὸ μικρὸν διὰ οἷκον εἰς τὸν λόφον τῆς ἐκκλησίας εἰς Ναμουγκόνα. Ἐνήργησεν ὅμως μὲ τὰ προσωπικά του χρήματα καὶ οἰκοδόμησε τὴν παροῦσαν οἰκίαν, τὴν ὑφισταμένη σήμερον ὡς “Μοναστηράκι”. Κατ’ἀρχὰς ἐνοικίασεν οἶκον ἔξω ἀπὸ οἰκόπεδον τῆς ἐκκλησίας. Ἔπειτα κατώκησεν εἰς τὴν ἀτελείωτον οἰκοδομήν, μὲ σκοπὸν νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ τὸ ἐνοίκιον. Καὶ ὁ οἶκος ( τὸ μοναστηράκι) εἶχε μόνον μίαν θύραν, δηλαδὴ ἔκλεισε μόνον ἕνα δωμάτιον, ὡσὰν νὰ κοιμότανε εἰς ὕπαιθρον. Μετὰ ἕνα ὁλόκληρον χρόνον ἐτελείωσεν ὁ οἶκος μετὰ δυσκολίας.

Μὲ ἀπόφασιν τοῦ μακαριστοῦ, περιωδεύσαμεν ὅλην τὴν Ἀνατολικὴν Ἀφρικήν, καὶ εἰς τὰς περιοδείας αὐτὰς ἐνεβάθυνα καὶ ἐγὼ πολὺ εἰς τὰ θρησκευτικὰ αἰσθήματα. Διότι ὅλες τὶς φορὲς ὅπου περιωδεύσαμεν ἀνὰ τὴν Ἀνατολικὴν Ἀφρικήν, οὐδέποτε ἐφαίνετο ὅτι εἶναι ἀπογοητευμένος, διὰ ὁποιοδήποτε πρᾶγμα, ἀλλὰ ἀπερίγραπτος ὑπομονή, ἐπιμονὴ καὶ ἐξαιρετικὴ ἐγκράτεια ἦταν τὰ χαρίσματά του.

Ὁ μακαρίτης ἐνήργησε διὰ: νερὸν, ἡλεκτρισμόν, βιβλιοθήκην, τυπογραφεῖον καὶ τὰ λοιπά. Ἡ ζωή του ἦτο παραδειγματικὴ καὶ διδακτική. Ἡ ἱεραποστολή μας ἔχει πολλὴ μεγάλην ἀνάγκην ἀπὸ πολλοὺς ὅπως ὁ μακαρίτης Χρυσόστομος. Ἔγραφεν πολλὰς ἐπιστολὰς εἰς ὅποιον ἤκουσε καὶ ἐγνώρισε ὀρθόδοξον εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Εἶχεν ἀρκετὰς καὶ σαφεῖς γνώσεις εἰς τὴν Ἀγγλικήν, Σουαχίλι, Γαλλικὴν καὶ μετέφρασε τὴν θείαν λειτουργίαν. Δηλαδὴ κατεῖχε καλὰ τὴν Σουαχίλι.

Ὁ μακαρίτης μοῦ ἔγραψε μίαν ἐπιστολὴν, τὴν 24/12/72, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ εἶχε καλέσει νὰ πάω νὰ τὸν βοηθήσω εἰς τὸ Ζάϊρε ὅπου ἐγκαταστάθηκε ἐπὶ δύο χρόνια ψάχνοντας τὰ μαυράκια του. Μοῦ εἶχε ἐξηγήσει ὅτι εἶναι πολὺ κουρασμένος καὶ πὼς δὲν ἠμποροῦσε πιὰ νὰ κάνη τὴν δουλειά του ὅπως ἔπρεπε. Κατόπιν, εἰς τὰ τέλη τοῦ Δεκεμβρίου, ἠκούσαμεν ἔξαφνα ὅτι ἀπεβίωσεν.

Ὁ θάνατος τοῦ ἀγαπητοῦ μας Πατρὸς προξένησε μεγάλην λύπην εἰς τὰς ψυχὰς ἡμῶν. Ἡ Ἀφρικὴ ἔχασε ἕνα εὐσυνείδητον καὶ συνετὸν ἐργάτην τοῦ Ἀμπελῶνος τοῦ Κυρίου.

Ἡ Οὐγκάντα ἔχει μεγάλην ἀνάγκην ἀπὸ πολλοὺς Χρυσοστόμους, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ διαδώσουν τὴν Ἁγίαν Διδασκαλίαν τοῦ Χριστοῦ. Πολλοὶ ἐκ τῶν πολιτισμένων Ἀφρικανικῶν λαῶν δὲν ἔχουν ἀκούσει περὶ τῆς Ὀρθοδόξου Διδασκαλίας. Τὰ μαυράκια τοῦ μακαρίτου Χρυσοστόμου ρωτοῦν πολλὲς φορές, ποῦ εὑρίσκεται καὶ διατὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν Οὐγκάντα καὶ ἀπὸ τὴν Κένυα. Αἱ καλαὶ καὶ διδακτικαὶ πράξεις φωνάζουν σήμερον εἰς τὰ βάθη τῆς Ἀφρικῆς: Ἡ Πίστις χωρὶς ἔργα (πράξεις) νεκρὰ ἐστί.

Πατὴρ Εἰρηναῖος Μαγκίμπι
Πρωτοπρεσβύτερος – Πολύτεκνος, Γεωργὸς
Ὀρθ. Ἱ.Ν. Ἁγίου Νικολάου – Καμπάλα (Ναμουγκόνα)
P.Ο. ΒΟΧ 3970. UGANDA».

Τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1963 ἐκδίδει πολυγραφημένο καὶ κυκλοφορεῖ τὸ «Δελτίον Πληροφοριῶν» ὡς ἔντυπο περιοδικὸ τῆς Μητροπόλεως Εἰρηνουπόλεως. Μὲ αὐτὸ πληροφορεῖ τὴν ἱεραποστολικὴ προσπάθεια τῆς Μητροπόλεως καὶ δημοσιεύει ἱεραποστολικὰ ἄρθρα του μὲ τὰ ὁποῖα ξεσηκώνει ψυχές καὶ δημιουργεῖ ἱεραποστολικὰς συνειδήσεις.  

Στὸ πρῶτο τεῦχος δημοσιεύει τὸ Ψήφισμα[13] , τὸ ὁποῖον ὑπογράφουν ὁ π. Ρουβὴμ Μουκάσσα Σπάρτα καὶ εἴκοσι κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ ἡγέται τῆς ὀνομασθείσης AFRICAN GREEK-ORTHODOX  GHURGH OF UGANDA AND KENYA . Αὐτὸ ἀποτελεῖται ἀπὸ 5 ἄρθρα. Εἰς αὐτὸ οἱ ὑπογράφοντες ἐκφράζουν τὴν ἐμμονήν τους εἰς τὴν Ὀρθοδοξον πίστιν καὶ Ἐκκλησίαν, τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην καὶ υἱϊκὴν ἀφοσίωσιν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Ἀλεξανδρείας, τὸν Πατριάρχην Χριστοφόρον καὶ τὸν Μητροπολίτην Εἰρηνουπόλεως Νικόλαον. Τὴν ἐπιθυμία τους νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες καὶ τὰς Γενικὰς Ἐκκλησιαστικὰς Διατάξεις καὶ παρακαλοῦν τὸν Μητροπολίτην διὰ «τὴν σύνταξιν Καταστατικοῦ Χάρτου καὶ Ἐσωτερικοῦ Κανονισμοῦ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως καὶ τῶν ἑκάστοτε ἐνοριῶν, ὅστις ἐγκρινόμενος ὑπὸ τοῦ Πατριαρχείου κοινοποιηθῆ εἰς ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς τῆς Ἀνατολικῆς Ἀφρικῆς πρὸς συμμόρφωσιν.» Εἰς αὐτὸ ἀποδοκιμάζουν καὶ κάθε φυλετικὴν διάκρισιν.   

Εἰς τὸ ἴδιο τεῦχος χαράζει τί εἶναι ἡ ἱεραποστολὴ καὶ ποιὸ εἶναι τὸ ἔργο της[14].

Στὸ δεὺτερο  τεῦχος, μὲ ἡμερομηνία 1 Ἀπριλίου 1964, τὸ ὁποῖο εἶναι ἕνα ἐγερτήριο σάλπισμα, καλεῖ εἰς βοήθεια ὅλους. Διευκρινίζει τί εἶναι «ἱεραπόστολος» καὶ τί εἶναι «ἱεραποστολεύς» καὶ καλεῖ στὴν δημιουργία ὁμάδων σὲ κάθε τόπο καὶ πόλη, ποὺ εὑρίσκονται Ὀρθόδοξοι πρὸς βοήθεια τῆς ἱεραποστολῆς.[15] «Ὁ νεολογικὸς ὅρος “ἱεραποστολεὺς”», μᾶς ἐξηγεῖ, «σημαίνει τὸν εὐσεβῆ χριστιανόν, ὅστις διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς του  δὲν δύναται νὰ μεταβῆ εἰς ξένην χώραν ὡς ἱεραπόστολος. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχει τὸν ζῆλον καὶ τὸν διακαῆ πόθον διὰ τοιαύτην ἐργασίαν, συνεισφέρει πᾶν ὅ,τι δύναται ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς, διὰ νὰ ἐνισχύση τὸ ἱεραποστολικὸν ἔργον καὶ τοὺς ἀναλαμβάνοντας τοῦτο. Τοιοῦτοι λοιπὸν “ἱεραποστολεῖς” καλοῦνται νὰ γίνουν τὰ πλήθη τῶν εὐσεβῶν καὶ φιλοχρίστων πάσης χώρας, πόλεως, τάξεως, ἡλικίας καὶ φύλου καὶ νὰ σχηματίσουν πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ὁμίλους ἤ ὁμάδας…»[16]

Ἤδη πρὶν ἕνα χρόνο τὰ πνευματικά του παιδιὰ στὴν Θεσσαλονίκη δημιουργοῦν τὸν ἱεραποστολικὸν σύλλογον «Οἱ Φίλοι τῆς Οὐγκάντας». Ὁ σκοπὸς τοῦ συλλόγου εἶναι νὰ τὸν βοηθήσουν καὶ νὰ κάνουν γνωστὸν τὸ ἔργον του ἀλλὰ καὶ νὰ διαδώσουν τὸ πνεῦμα τῆς ἱεραποστολῆς. Ἐκδίδουν καὶ περιοδικὸ μὲ ἱεραποστολικὲς ἀνταποκρίσεις καὶ θέματα, ἐνῶ δημιουργοῦν τὶς τακτικὲς συναντήσεις νέων μὲ ἱεραποστολικὰ θέματα καὶ ἐνημερώσεις. Σὲ αὐτὲς μεταξύ ἄλλων μετεῖχε καὶ ὁ Ἰωάννης Ἀσλανίδης, ὁ μετέπειτα π. Κοσμᾶς.      

Ὁ π. Χρυσόστομος ἐργάζεται μὲ πρόγραμμα καὶ στόχους. Τὴν πρώτη πενταετία 1960-1965 τὴν θεωρεῖ περίοδο προετοιμασίας. Γράφει γιὰ αὐτό: «Ἡ διαρρεύσασα 5ετία αὕτη  δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ παρὰ μόνον ὡς προετοιμαστική. Τὸ ἔργον βεβαίως δὲν ὑστέρησε καὶ  εἰς ἐσωτερικὴν  δρᾶσιν, ἥτις ἀπέδωσεν ὄχι ὀλίγας ὁμαδικὰς βαπτίσεις, χειροτονίας δεκάδων ἱερέων, οἰκοδομὰς καὶ βελτιώσεις ἱ. ἱδρυμάτων καὶ τὰ ὅμοια. Πλὴν κυρίως ἡ φροντίς μας ἐστράφη πρὸς τὰ ἔξω, ὥστε τὸ λίαν ἐκτεταμένον ἱεραποστολικὸν πεδίον τῆς Ἀνατ. Ἀφρικῆς νὰ καταστῆ γνωστὸν ὄχι μόνον εἰς τοὺς Πανέλληνας ἀνὰ τὸν κόσμον ὡς ἐγγύτερον καὶ ἀμέσως ἐνδιαφερομένους, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους ἀσχέτως ἐθνικότητος. Ἡ πλευρά αὐτὴ τῆς ἐργασίας ἦτο καὶ εἶναι ἀκόμη λίαν ἀναγκαία, καθόσον ὅπως πολλάκις ἐτονίσαμεν, χωρὶς τὴν ἔξωθεν παντοειδῆ ἐνίσχυσιν, τὸ ἔργον  δὲν δύναται νὰ προχωρήση…

Ἀπὸ 1ης  ἐρχομένου Ἰανουαρίου ἀρχίζει ἡ νέα 5ετία 1966-70. Καὶ εἶναι πλέον καιρὸς νὰ στραφῶμεν κυρίως πρὸς τὸ ἐσωτερικόν.»[17]

Τὸ Αὔγουστον τοῦ 1967 ἱδρύει τὸ σεμινάριο στὴν τοποθεσία Καγκίρα, 9 μίλια περίπου ἔξω ἀπὸ τὴν Ναϊρόμπι. Ἐνεγράφησαν 28 ἱεροσπουδαστές. Εἰς τὸν ἁγιασμόν, ὁ ὁποῖος ἐτελέσθη ἀπὸ τὸν π. Χρυσόστομο, παρέστησαν ὁ π. Α. Γαδούνας καὶ ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τῆς πόλεως καὶ πολύς κόσμος.[18]

«Τὸ Σεμινάριο, γράφει ὁ βοηθός του Κωσταντῖνος Βασιλόπουλος, ἦταν τὸ σπουδαιότερο πρᾶγμα γιὰ τὴν ἱεραποστολή μας κατὰ τὴν γνώμη τοῦ παπποῦ, μὲ τὴν πολλή του πεῖρα. Ἀγωνίσθηκε ὅσον δὲν λέγεται νὰ τὸ δημιουργήση, νὰ τὸ διατηρήση καὶ νὰ τὸ ἀξιοποιήση ὅσο γινόταν καλύτερα.»[19]

Ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὁ π. Χρυσόστομος: «Ἐλπίζομεν εἰς τὸν Κύριον, ὅτι θὰ εὐλογήση τὴν προσπάθειαν καὶ ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ ἱεροῦ τούτου φυτωρίου θὰ συνεχισθῆ βελτιουμένη συνεχῶς καὶ ἀποδίδουσα τοὺς ἀναμενομένους καρπούς. Ἀλλὰ χρειάζονται ὁπωσδήποτε δύο ἤ τοὐλάχιστον ἕνα πρόσωπον ἔξωθεν, θεολογικῶς μορφωμένα.»[20]

Ὁ π. Χρυσόστομος ἀσχολήθηκε καὶ μὲ τὸν μεταφραστικὸ τομέα. Μετάφρασε στὴν Σουαχίλι  τὴν θείαν Λειτουργίαν τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἀποδείπνου καὶ τῶν Χαιρετισμῶν καὶ τὴν Ὀρθόδοξο Κατήχηση ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ τοῦ Μητροπολίτου Γερμανοῦ Πολυζωΐδου (CATECHISM OF THE EASTERN ORTHODOX CHURCH) . Ἐπίσης τὰ Ἐκκλησιαστικὰ ἡμερολόγια τῶν ἐτῶν 1966-1970 τῆς Ἱ. Μ. Ἀνατολικῆς Ἀφρικῆς στὰ ὁποῖα καὶ πρόσθεσε στὸ τέλος ἀπολυτίκια ἀναστάσιμα καὶ μεγάλων ἑορτῶν.

Τὸ 1963  ὁ Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀνθίδης μεταβαίνει στὴν Οὐγκάντα κοντὰ στὸν π. Χρυσόστομο. Γράφει στὴν Αὐτοβιογραφία του: «… τὸ 1957, μετέβην εἰς τὰς Ἀθήνας, νὰ σπουδάσω θεολογίαν. Κατὰ τὰ ἔτη τῆς φοιτήσεώς μου, ἐδημιουργεῖτο μιὰ προσπάθεια νὰ διοργανωθῆ ἐξωτερικὴ ἱεραποστολή, ὁπότε πρῶτος, μετὰ τὴν ἀποφοίτησίν του, τὸ 1960, ὁ ἀείμνηστος π. Χρυσόστομος μετέβη εἰς Οὐγκάνταν τῆς Ἀφρικῆς ὡς ἱεραπόστολος.

Ὅταν ἀπεφοίτησα, τὸ 1963, μετέβην εἰς Οὐγκάνταν καὶ συνεργάσθην μαζί του ἐπὶ ἕν ἔτος, μανθάνων πολλά, σχετικὰ πράγματα, διότι ἐκεῖνος ἦτο ἔμπειρος ἀφοῦ ἀπὸ ἡλικίας δέκα πέντε ἐτῶν ἔζησε εἰς τὰ μοναστήρια καὶ εἰς ναοὺς. Ἐκεῖ δημιουργήσαμεν σεμινάριον, ὁπόθεν ἐξῆλθον δέκα πέντε Ἀφρικανοὶ ἱερεῖς. Ἀφοῦ ἔμενον ἕν ἔτος μὲ ἀπέστειλεν, ἄς εἶναι εὐλογημένη ἡ ἐντολή του, εἰς τὴν Κένυαν μαζί του.

Εἰς τὴν Κένυαν ἐδημιουργήσαμε σεμινάριον ὁπόθεν ἐξῆλθον 29 ὑποψήφιοι κληρικοὶ καὶ ἐπεράτωσα πέντε ναούς, τοὺς ὁποίους δὲν πρόλαβε νὰ ἀποτελειώση ὁ π. Χρυσόστομος, μεταβὰς εἰς Ζαΐρ (Κογκό), διὰ νὰ ἀποφύγη τοὺς ἱεραποστολογοῦντας, οἵτινες εἶχον ἔλθει,…». «Μετέβην κι ἐγώ, διὰ τὴν ἰδίαν αἰτίαν, εἰς Ζαΐρ, ὅπου ἐδημιούργησα σεμινάριον δέκα ὀκτὼ ὑποψηφίων κληρικῶν καὶ κατόπιν εἰς Αἰθιοπίαν.»[21]

Πράγματι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ π. Χρυσοστόμου τὸν Μάϊο τοῦ 1974 ἔρχεται ὁ π. Ἀθανάσιος στὸ Mbujimayi, πόλη τοῦ Κογκό, γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργον ἐκείνου. Πρὸς αὐτὴν τὴν πόλη πήγαινε ὁ π. Χρυσόστομος ὅταν τοῦ συνέβη ἡ ἀκατάσχετη αἱμορραγία, ἡ ὁποία ἦταν καὶ ἡ αἰτία τοῦ θανάτου του.

Στὴν Ἀνατολικὴ Ἀφρικὴ ἦλθαν κατά μικρὰ ἤ μεγάλα διαστήματα καὶ τὸν βοήθησαν. Μεταξύ αὐτῶν στενοὶ συνεργάτες του ἦταν ὁ Κωνσταντῖνος Βασιλόπουλος, ἡ Μαρία Κατσιγαράκη, ἡ Σταυρίτσα Ζαχαρίου, ὁ π. Χριστοφόρος, ἡ Πηνελόπη Κατσέα, ἡ ἀδελφὴ Γαβριηλία, ὁ π. Ἀμφιλοχιος Τσοῦκος. Ὁρισμένοι ἄλλοι ἦλθαν γιὰ λίγο, οἱ ὁποῖοι πίστευαν ὅτι τὰ ξέρουν ὅλα. Γράφει μὲ πόνο: «Ὅλοι οἱ ἐπισκέπται μας προσέφεραν πολυτίμους ὑπηρεσίας καὶ ἐδρόσισαν ἐπ’ ὀλίγον τὰς καρδίας μας καὶ τὰ ψυχὰς τῶν μελῶν τοῦ Τμήματος Ἱεραποστολῆς τῆς Μητροπόλεώς μας, καθὼς καὶ τῶν ἰθαγενῶν ὀρθοδόξων ἀδελφῶν μας, ὅπου τούτους ἐπεσκέφθησαν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, ἀφοῦ μᾶς φόρτωσαν κυριολεκτικὰ  μὲ τὰς ἀδελφικάς των συμβουλάς, ὑποδείξεις καὶ παρατηρήσεις μὲχρι καὶ ἐπιπλήξεων ἀκόμη διὰ τὰ ὄχι  ὀλίγα ἐξ ἀδυναμίας σφάλματά μας “ἀπῆλθον”, ἀφήνοντες εἰς ἡμᾶς τὴν πικρίαν τόσον τοῦ ταχέως χωρισμοῦ των καὶ “ἀπορφανισμοῦ” ἐκ τῆς ἀδελφικῆς των συμπαραστάσεως, ὅσον καὶ τῆς ἀδυναμίας μας νὰ συνεχίσωμεν τοὺς ὑπ’ αὐτῶν διανοιχθέντας τομεῖς ἱεραποστολικῆς ἐργασίας.»[22]

Τὸ 1967 ἐκλέγεται Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ὁ  Μητροπολίτης Εἰρηνουπόλεως Νικόλαος. Τὸ ἀναγγέλλει μὲ μεγάλη χαρὰ γράφοντας: «Ὁ φωτεινὸς  λύχνος, ποὺ ἦταν ἐπὶ τῆς χαμηλῆς λυχνίας τῆς Μητροπόλεως ἡμῶν, ἐτέθη με τὴν θείαν χάριν εἰς τὴν ὑψηλήν τοιαύτην τοῦ πανσέπτου λίαν γεραροῦ Θρόνου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου. Προσευχόμεθα καὶ εὐελπιστοῦμεν εἰς τὸν Κύριον, ὅτι εἰς τὰς ἡμέρας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ Πατρὸς ἡμῶν Πάπα καὶ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας καὶ πάσης Ἀφρικῆς κου κου Νικολάου τοῦ ἀπὸ Εἰρηνουπόλεως, μιὰ νέα περίοδος ἀναζωπυρώσεως καὶ ἀκμῆς τοῦ ἐπί μακροτάτους αἰῶνας αὐγάζοντος ἀποστολικοῦ τούτου Θρόνου ἀνατέλλει, μὲ τὴν ἀθρόαν προσέλευσιν εἰς τὴν χριστιανικὴν Ὀρθοδοξίαν Ἀφρικανῶν αὐτοχθόνων ἐκ πάσης ἀφρικανικῆς γωνίας. Ὁ Κύριος ηὐδόκησεν οὕτως, ὥστε ἡ προσέλευσις τῶν Ἀφρικανῶν εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν ν’ἀρχίση ἀπὸ τὴν ἀφρικανικὴν ταύτην γωνίαν τῆς Ἀνατολικῆς Ἀφρικῆς, τῆς ὁποίας ὁ Μακαρ. Πατριάρχης ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος Ἐπίσκοπος»[23].

Στηρίζει πολλές ἐλπίδες εἰς τὸν νέον Μητροπολίτην Νικόδημον Γαλατσᾶτον μὲ τὸν ὁποῖον καὶ κατ’ ἀρχὴν συνεργάσθησαν καλά.

Κάποιοι ἱεραποστολογοῦντες συνεχίζουν νὰ δημιουργοῦν προβλήματα. «Τὴν Ἱεραποστολή, λέγαν, ἤ θὰ τὴν φτιάξωμε ὅπως πρέπει ἤ θὰ τὴν διαλύσωμε…».[24] Ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ἀπαξιοῦν τὸ ἔργο του. Μὲ θλίψη ὁ π. Χρυσόστομος γράφει στὸν Πατριάρχη: «Ναὶ Μακαριώτατε! Λένε ὅτι δὲν ἐπράξαμε τίποτε, ναὶ τὸ δεχόμεθα, ἀλλὰ κάτι κάναμε. Δημιουργήσαμε προϋποθέσεις διὰ νὰ ἐργασθοῦν οἱ ἔχοντες τὰ προγράμματα καὶ τὶς ἱκανότητες. Ἐγὼ εἶμαι  ἄχρηστος, ἀνίκανος, ἀκατάλληλος.»   Σὲ ἕνα γράμμα του γράφει: «Δὲν ξέρω τί συμβαίνει ἀπὸ τότε πού ἦρθε ὁ τάδε… ὁ Δεσπότης ἄλλαξε τὴν στάσιν του πρὸς ἐμένα.» Βλέποντας τὸ κλῖμα αὐτὸ πηγαίνει στὴν Αἴγυπτο καὶ συναντᾶ τὸν Πατριάρχη Νικόλαο  στὸ Κάϊρο. Μὲ τὸν Πατριάρχη εἶχε διακονήσει κάτω ἀπὸ τὸ ὠμοφόριό του ὅταν ἦταν Μητροπολίτης Ἀνατολικῆς Ἀφρικῆς, ὁ ὁποῖος ἰδιαίτερα τὸν ἀγαποῦσε καὶ ἐκτιμοῦσε. Τὰ αἰθήματά τους ἦταν ἀμοιβαῖα. Γράφει ὁ π. Χρυσόστομος σὲ πνευματικό του παιδί: «Ἔκανα ἕνα μακρυνὸν καὶ κάπως μακροχρόνιον ταξείδι μετὰ τὸ Ἅγιον Πάσχα. Πῆγα στὴν Αἰγυπτον, ὅπου ἐν Καΐρῳ  παρουσιάσθηκα στὴν Α.Θ.Μ. τὸν Πατριάρχην Νικόλαον. Μὲ ἐδέχθη εὐμενέστατα μὲ ὅλην τὴν πατρικήν του καλωσύνην. Εὐθὺς ἀμέσως μὲ τοποθέτησεν στὴν Ἱ.Μητρόπολιν Κεντρώας Ἀφρικῆς (ὅπου καὶ ἔμεινα τοὺς τελευταίους μῆνες) ὡς Ἱεροκήρυκα καὶ περιοδεύοντα πνευματικόν, ἀλλὰ κυρίως διὰ τὸ ἔργον τῆς Ἱεραποστολῆς»[25].

Φθάνει στὸ Κολουέζι τὸν Νοέμβριον 1970, ὅπου ξεκινᾶ τὴν ἱεραποστολική του δράση. Μετὰ ἕξι μῆνες ὁ Μητροπολίτης Κεντρώας Ἀφρικῆς Κυπριανὸς τὸν ἔστειλε στὴν Κασέγκα, ὅπου ἐκεῖ ἐργάσθηκε τόσον στοὺς ὁμογενεῖς Ἕλληνες ὅσον καὶ στοὺς ἰθαγενεῖς. Ἀπὸ τὴν Κανάγκα ἰθαγενεῖς πληροφορήθηκαν ὅτι ὀρθόδοξος ἱεραπόστολος βρίσκεται στὴν Κασέγκα καὶ ἐκεῖ πῆγαν ἐπιτροπὲς καὶ ζήτησαν νὰ πάει νὰ τοὺς μεταφέρει τὴν Ὀρθοδοξία. Τοῦ μίλησαν ὅτι ἦταν πολλές χιλιάδες. Σὲ ἐπιστολή του στὶς 3  Ἰουλίου τοῦ 1972 μᾶς γράφει: «Σᾶς δίδω μιὰν πληροφορίαν γιὰ νὰ χαρῆτε, νὰ προσευχηθῆτε  δὲ ὅλοι οἱ πατέρες καὶ ἀδελφοὶ ἰδιαιτέρως θερμά. Ἦλθαν καὶ ξαναῆλθαν ἀπὸ τὰ ἐνδότερα τοῦ Κογκὸ (βρίσκομαι στὸ νότιο ἄκρο) ἐπιτροπὲς καὶ μὲ ζήτησαν νὰ πάω κοντά των γιὰ νὰ προσχωρήσουν ὁμαδικὰ στὴν Ὀρθοδοξίαν. Παρουσιάσθηκαν στὸν ὡς ἄνω Μητροπολίτην μου καὶ μοῦ ἔδωσεν εὐλογίαν νὰ πάω παντοῦ. Ἑτοιμάζομαι γιὰ τὸν Αὐγουστον, 1200 καὶ πλέον χιλιόμετρα εἰς βάθος. Εὔχεσθε καὶ προσεύχεσθε.»[26]   

Περνᾶ ἀπὸ Κινσάσα τὸν Μάϊο τοῦ 1971 γιὰ 5 μέρες. Οἱ Ἕλληνες ζήτησαν ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Κυπριανὸ νὰ τὸν κρατήσουν. Ὁ Μητροπολίτης τὸν στέλνει γιὰ ἕνα μῆνα τὸν Αὐγουστο τοῦ 1971 καὶ στὶς 17 Σεπτεμβρίου ἐπιστρέφει στὴν Κασένγα.

Στεναχωρεῖται ποὺ δὲν ἔρχονται νὰ τὸν βοηθήσουν: «Ἡ λειψανδρία …. μὲ θλίβει κατάβαθα. Μὰ ἄλλο λίγοι καὶ ἄλλο κανένας» ἔγραφε σὲ ἕνα γράμμα του ἀπὸ τὴν Κασέγκα τὸν Ἰούλιο τοῦ 1972.[27] Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ κατέβηκε στὴν Ἀφρικὴ γράφει συνέχεια γράμματα παρακαλῶντας νὰ ἔλθουν εἰς βοήθεια, ἀλλὰ τονίζει ὅποιος ἔρθει μόνο κάτω ὰπὸ τὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν Μητρόπολη. «Ὑπεστήριζε ὁ π. Χρυσόστομος, ὅπως γράφη ὁ Ἐπίσκοπος Ναυκράτιδος Θεόδωρος Νανγυάμα, τὸν θεσμὸν ὅπως γίνη ἡ Ἱεραποστολὴ τῆς Ἀνατ. Ἀφρικῆς διεθνής. Ὅποιος ἤθελε νὰ ἔλθη εἴτε  Ἕλλην, εἴτε Ρῶσσος, Γιουγκοσλαῦος, Ρουμᾶνος κλπ. θὰ τοὺς δεχόταν ἀφοῦ κανονικὰ θὰ περνοῦσαν στὸ Πατριαρχεῖον Ἀλεξανδρείας.»[28]

Τὸν Αὐγουστο 1972 ἀποστέλλεται ξανὰ ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Κεντρώας Ἀφρικῆς Κυπριανὸ  στὸ Κολουέζι, ἐπειδὴ ἐπιμόνως τὸ ζητοῦσαν οἱ ἰθαγενεῖς . Στὶς 7 Αὐγούστου ἀναχωρεῖ ἀπὸ Κασένγκα καὶ πηγαίνει στὸ Κολουέζι. Γράφει ὁ ἴδιος ὁ π. Χρυσόστομος:«Μὲ τὴν συγκατάθεσιν καὶ εὐλογίαν τοῦ Σεβασμ. Κεντρώας ἦλθα πάλιν ἐδῶ, ὄχι πλέον ὡς ἐφημέριος, ἀλλὰ ἱεραπόστολος-MISSIONAIRE DE LEGLISE ORTHODOXE– γιὰ τοὺς ἰθαγενεῖς, ποὺ ζητοῦσαν ἐπιμόνως τὴν ἔλευσίν μου…».

 Στὶς 13 Αὐγούστου σὲ αἴθουσα σχολείου κάνει τὴν Θείαν Λειτουργίαν στὴν σουαχίλι. Ἔκτοτε τὴν τελεῖ στὸ χὼλ τῆς κατοικίας του ὅπου καὶ ἀπὸ μακρυὰ, ὅπως μᾶς γράφει, ἔρχονται πολλοί ἀκόμη καὶ μὲ τὰ πόδια.

Χρησιμοποιεῖ ὡς βιβλίο κατηχήσεως τὴν «Κατήχηση» τοῦ Σεβασμ. Γερμανοῦ Πολυζωΐδη. Γράφει:«Ἔχω διανέμει στοὺς διανοουμένους καὶ πρωτοστατοῦντας τῶν ἰθαγενῶν καὶ αὐτοὶ μὲ τὶς ὁδηγίες μου κατηχοῦν τοὺς πολλούς. Περιμένω ἀπάντησιν τοῦ σεβασμ. Κεντρώας ἐξ Ἀθηνῶν γιὰ νὰ ἀρχίσω βαπτίσεις ἤ εἰσδοχὴν μὲ Χρῖσμα, καὶ νὰ σχηματισθῆ ἡ Ἀφρικανικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Κολουέζι. Ἴσως ὑπερβοῦν τοὺς 100. Ἐν τῷ μεταξύ αἱ δύο πόλεις Κανάγκα καὶ Μπούτζι-Μάγι, στὸ ἐσωτερικὸν τῆς χώρας, περιμένουν ἀγωνιωδῶς, ὅπως μοῦ παραγγέλλουν κάθε τόσον, τὴν ἐκεῖ ἄφιξίν μου.»[29]

Στὶς 12-6-1972  ἡ σέκτα «EGLISE DE MYSTERE DE JESUS CHRIST» τῆς Kανάγκας ζητοῦν μὲ ἔγγραφό τους πρὸς τὸν Μητροπολίτη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νὰ κατηχηθοῦν καὶ νὰ προσέλθουν στὴν Ὀρθοδοξίαν. Στὶς 15-7-1972 ὁ Μητροπολίτης Κυπριανὸς ἀπαντᾶ ζητῶντας διευκρινήσεις. Σύντομα δίδει ἐντολὴ στὸν π. Χρυσόστομο νὰ πάει στὴν Κανάγκα.

 Ὁ π. Χρυσόστομος ἔφθασε σιδηροδρομικῶς στὴν Κανάγκα στὴν ἀρχὴ τοῦ Ὀκτωβρίου 1972 συνοδευόμενος ἀπὸ τὴν ἀδελφὴ Ὄλγα. Τὴν 8ην Νοεμβρίου 1972 ὁ Κυβερνήτης  τῆς ἐπαρχίας ὑπέγραψε τὴν ἔγκρισιν λειτουργίας τοῦ ἱεραποστόλου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὴν Κανάγκα. Ἡ πρώτη Θεία Λειτουργία ἔγινε στὸ σπίτι ποὺ ἔμενε.

Ἐπεσκέφθηκε ἐνορίες καὶ γύρω χωριὰ μὲ τὴν συνοδεία τοῦ Ἐδμόνδου Lukwete Bakajika, ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν σεκτῶν πού τὸν κάλεσαν. Διαπιστώνει τὸν πόθο τοῦ κόσμου γιὰ τὴν  Ὀρθοδοξία. «Τότε», ὅπως μᾶς γράφει ὁ π. Kύριλλος Bakatufikila, ὁ ὁποῖος ἦταν παρὼν ἀπὸ τοὺς πρώτους κατηχούμενους[30], «ἐκάλεσε τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν σεκτῶν καὶ στὶς 20 Νοεμβρίου 1972 ὥρα 4μ.μ. ἔκανε μιὰ συνεδρία, παρὼν ἦταν καὶ ὁ ἐπικεφαλῆς τοῦ τμήματος δικαιοσύνης τῆς ἐπαρχίας. Τοὺς μίλησε γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία.Ἦταν τόσο πειστικός. Τὸ κήρυγμά του ἦταν σὰν τὸ γάλα καὶ μέλι καὶ τόσο καταπληκτικὸ ποὺ δὲν εἶχαν ξανακούσει οὔτε ἀπὸ τοὺς καθολικοὺς οὔτε ἀπὸ τοὺς προτεστάντες στὴν Κανάγκα». Στὸ τέλος αὐτῆς τῆς συνελεύσεως ὁ Kabeya Noe, ἕνας ἀπὸ τοὺς μετέχοντες, δήλωσε ὅτι παραχωρεῖ τὸ οἰκόπεδό του πού βρίσκεται στὴν λεωφόρο  Kamuandu  γιὰ τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία.

Στὶς 12 Δεκεμβρίου κάνει τὶς πρῶτες βαπτίσεις καὶ γάμους.

Στὶς 13 Δεκεμβρίου ξεκίνησε γιὰ Mbujimayi. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἕνας ἱερεὺς ποὺ χειροτονήθηκε στὴν Ἑλλάδα ὁ π. Kalala Kalonsi. Δυστυχῶς στὸ δρόμο τὸ αύτοκίνητο κόλλησε στὴν ἄμμο λόγω δυνατῆς βροχῆς. Ἐκεῖ τότε συνέβη καὶ ἡ αἱμορραγία. Μετὰ τὶς πρῶτες βοήθειες δὲν συνέχισαν τὸ ταξίδι, ἐπέστρεψαν στὴν Κανάγκα γιὰ νὰ τοῦ παρασχεθεῖ κατάλληλη θεραπεία.

Τὴν 25 Δεκεμβρίου ἐλειτούργησε μετὰ δυσκολίας καὶ τὴν ἑπόμενην ἡμέρα εἰσήχθη σὲ κλινικὴ τῆς Κανάγκας. Τὴν 29ην Δεκεμβρίου 1972 παρέδωσε τὸ πνεῦμα του ἀφοῦ πρὶν τρεῖς μέρες ἀνέφερε στὴ  ἀδελφὴ Ὄλγα ὅτι σὲ τρεῖς μέρες κάτι μεγάλο θα γίνει.  Ὀρθόδοξος ἱερέας δὲν ὑπῆρχε γιὰ νὰ διαβάσει τὴν νεκρώσιμο ἀκολουθία. Πραγματοποιήθηκε αὐτὸ ποὺ ἀπαντοῦσε σὲ ὅσους τοῦ ἔλεγαν νὰ γυρίσει στὴν Ἑλλάδα: «Καλύτερα νὰ πεθάνω ἄδοξος στὴν Ἀφρική, παρὰ ἔνδοξος στὸ κελλί μου, στὴν ἡσυχία μου. Δὲν μπορῶ νὰ φύγω ἀπὸ ἐδῶ, δὲν τὸ θέλω, κάτι μὲ κρατᾶ»[31] .

Μετὰ μέρες ἦρθε ἀπὸ Λουμπουμπάσι ὁ Γενικὸς ἀρχιερατικὸς π. Ἐμμανουὴλ Ζοππᾶς καὶ ἐπὶ τοῦ τάφου ἐδιάβασε τὴν νεκρώσιμο ἀκολουθία λέγοντας:«ἀδελφοί μου, ὁ νεκρὸς εἶναι ζῶν…αὐτὸ ποὺ συνέβη ἦταν θέλημα Θεοῦ».

Πράγματι ἔφυγε ὡς μάρτυρας. Μᾶς θυμίζει τὰ λόγια του : «Ἐδῶ χρειάζεται νὰ μαρτυρήσουν μερικοὶ γιὰ νὰ ξεκινήση ἡ ἱεραποστολή μας»[32]. Καὶ αὐτὸ ἔγινε. Μαρτύρησε ὁ ἴδιος, ἐπότισε μὲ τὸ αἷμα του τὴν Ἀφρικανικὴ γῆ.

Τὸν διαδέχθηκε στὴν Κανάγκα ὁ π. Χαρίτων Πνευματικάκης, μὲ τὸν ὁποῖον εἶχε στενὸν φιλικὸν καὶ πνευματικὸν σύνδεσμον ἀπὸ τὸτε ποὺ καὶ οἱ δύο ὑπηρετοῦσαν στὴν Ἔδεσσα. Στὸ Κολουέζι ὁ π. Ἀμφιλόχιος Τσοῦκος, ὁ ὁποῖος ἔφερε ἀργότερα τὸν Ἰωάννη Ἀσλανίδη,  τὸν μετέπειτα π. Κοσμᾶ Γρηγοριάτη καὶ ὁ Ἀρχιμ. Νεκτάριος Χατζημιχάλης. Ἐνῶ στὸ Mbujimayi τὸ 1974 πῆγε ὁ π. Ἀθανάσιος Ἀνθίδης. 

Τὸ 1977 ἔγινε ἡ ἐκταφή του. Αὐτοὶ πού βοήθησαν στὴν ἐκταφὴ ὁμιλοῦν. Κατ’αρχὴν ἐζητήθη ἄδεια ἀπὸ τὸ κράτος νὰ ἐπιτραπεῖ ἡ ἐκταφή του. Κατὰ τὴν μαρτυρία τῶν παρόντων, ὅταν ἄνοιξαν τὸν τάφο παρατήρησαν ὅτι ἡ ἱερατικὴ στολὴ ἦταν ἀνέπαφη καὶ ἕνα μέρος τῆς ράχης του δέν ἀποσυνετέθη, ἦταν κόκκινο καὶ ἔτρεχε αἷμα. Γράφει ὁ π. Χρυσόστομος Bakuatshibaso: «Ὁ π. Χαρίτων μᾶς κάλεσε μαζί μὲ τὸν π. Ἀνδρέα Kayaya νὰ κρατήσουμε τὸ κιβώτιο καὶ ἕνα λευκὸ σινδόνι γιὰ νὰ καλύψουμε τὸ τμῆμα  πού δὲν ἀποσυνετέθη. Αὐτὸ τὸ ἔβαλε σὲ ἕνα πανέρι γιὰ νὰ μπῆ στὸν ἴδιο τάφο». Ἡ ἴδια μαρτυρία ἀναφέρεται ἀπὸ τοὺς παρόντες πού ἀσχολήθησαν μὲ τὴν ἐκταφή, π. Ἀνδρέα Kayaya, Γεράσιμο  Kamgu, Εὐάρεστο Μουσένγγε. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀνέφεραν ἑνώπιον τῶν Μητροπολιτῶν Πενταπόλεως Ἰγνατίου καὶ Κινσάσας Νικηφόρου οἱ ἱερεῖς σὲ ἱερατικὴ σύναξη στὴν Κανάγκα, τὸ 2016, ἐκ τῶν ὁποίων μερικοὶ ἦταν παρόντες στὴν ἐκταφή. Οἱ ἱερεῖς καὶ λαϊκοὶ ἀνέφεραν καὶ ἄλλα  θαυμαστὰ γεγονότα τονίζοντας ἐπίσης ὅτι «ἐμεῖς τὸν ἔχουμε γιὰ ἅγιο καὶ ὁσάκις ζητᾶμε τὴν βοήθειά του μᾶς τὴν ἔδωσε». Ἀνέφεραν μάλιστα ὅτι καὶ ὁ π. Χαρίτων ὅταν εἶχε δυσκολίες  πήγαινε στὸν τάφο καὶ ζητοῦσε τὴν βοήθειά του καὶ τὴν ἐλάμβανε. Κάποτε εἶχε φθάσει στὸ σημεῖο νὰ ἑτοιμάσει τὴν βαλίτσα του νὰ φύγει. Πῆγε στὸν τάφο νὰ τὸν ἀποχαιρετήσει. Μὲ δυνατὴ φωνὴ φώναξε: «Γιατὶ μὲ ἔφερες ἐδῶ καὶ δὲν μὲ βοηθᾶς, δὲν βλέπεις τὶς δυσκολίες μου, φεύγω». Σε λίγο ἠρέμησε ὡς νὰ τὸν μίλησε κάποιος καὶ τὸν ἠρέμησε. Μᾶς διηγεῖται ὁ π. Ἀνδρέας ποὺ ἦταν παρών: «Γύρισε, ἄνοιξε τὴν βαλίτσα του καὶ παρέμεινε». Αὐτὸ καὶ ἄλλα παρόμοια μᾶς τὸ ἀνέφερε καὶ ὁ ἴδιος ὁ π. Χαρίτων τὴν πρωτοχρονιά τοῦ 1986, ὅταν μὲ τὸν Θεοφιλέστατον Ἐπίσκοπον Ροδοστόλου καὶ τὸν νῦν  Ἐπίσκοπον Ἀμαντίας Ναθαναήλ ἐπισκεφθήκαμε τὴν Κανάγκα. Μᾶς εἶπε ἐπίσης: «ὅταν ἔκανα τὴν ἐκταφὴ τοῦ π. Χρυσοστόμου πῆρα τὰ λείψανά του τὰ ἔβαλα πάνω στὸν θρόνο καὶ φώναξα π. Χρυσόστομε εὐλόγησε τὸν λαόν σου».

Τὸ δένδρο τῆς ἱεραποστολῆς στὸ Κογκὸ ἐφυτεύθη ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ διὰ τοῦ π. Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος καὶ τὸ πότισε μὲ τὸ αἷμα του. Σήμερα ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ νοιώθουμε τὴν βοήθειά του. Τὸ δένδρο του μεγαλώνει καὶ βγάζει καρπούς. Γιὰ τὴν προσφορά του στὴν Ἀνατολικὴ Ἀφρικὴ  θὰ μποροῦσαν καλύτερα νὰ μιλήσουν αὐτοὶ ποὺ διακονοῦν ἐκεῖ.

Τὲλος θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸν π. Χρυσόστομο δὲν τὸν στέλνει κανένας σύλλογος, καμία ἀδελφότητα, ἀλλὰ, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος στὶς 14 Ιουνίου 1960, «Δὲν  μποροῦσα νὰ κάνω ἀλλοιῶς. Ἡ φωνὴ τοῦ Ἀρχηγοῦ καὶ Δεσπότου ἡμῶν εἶναι ἐπιτακτικὴ μέσα μου καὶ ἔπρεπε νὰ ὑπακούσω παρὰ τὰς διαμαρτυρίας πολλῶν ἀγαπητῶν. Ὁ δὲ ἄγγελος τοῦ Κυρίου προεπορεύετο καὶ ἄνοιγεν ὅλας τὰ θύρας, ὥστε νὰ μὴν συναντήσω καμμίαν σοβαρὰν δυσκολίαν» [33].

            Ἐργάζεται μόνον μὲ τὴν εὐλογίαν τοῦ Πατριάρχου  καὶ τονίζει πάντοτε ὅτι ἡ ἱεραποστολὴ εἶναι τοῦ Πατριαρχείου τὸ ὁποῖον διακονεῖ.

            Χαράζει τοὺς σκοπούς, τοὺς στόχους, τοὺς  δρόμους δράσεως τῆς ἱεραποστολικῆς προσπάθειας τοῦ Πατριαρχείου μας. Εἶναι πρακτικός, ὄχι θεωρητικός. Κινεῖται μὲ ἁπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ.

            Γράφει συνέχεια γράμματα καὶ μὲ αὐτὰ ἐνημερώνει, ἀλλά καὶ ξεσηκώνει τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, τοὺς θέτει μπροστὰ στὶς ὑποχρεώσεις τους ἔναντι τῆς ἱεραποστολῆς. Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα του γράμματα, τὸν Νοέμβριο τοῦ 1972, ἔγραφε σὲ ἕνα φοιτητή, διάκονο, πνευματικό του παιδὶ  που ἀνέβαλε τὴν ἀναχώρησὴ του γιὰ τὴν Ἀφρικὴ: «Ἐγὼ βέβαια μὲ τὸ ἔλεος καὶ τὴν δύναμι τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ θ’ἀγωνισθῶ διαθέτοντας καὶ τὶς τελευταῖες μου δυνάμεις στὴν ἔπαλξιν αὐτὴν καὶ ἴσως πεθάνω μαχόμενος στὴν πρώτη γραμμή. Μὰ σύ, σὰν παλληκάρι, ἀνάλαβε τοὐλάχιστον νὰ εἰπῆς σ’ὅλους τοὺς Φοιτητὲς καὶ Ἱεροσπουδαστές μας, εἰς σ’ὅλους τοὺς νεωτέρους ἀγάμους κληρικούς μας, τὸν παρακάτω στίχον τοῦ παλαιοῦ Τυρταίου στοὺς πολεμιστὲς τῆς ἀρχαίας Σπάρτης…… “Ἐντροπή σας! Ἐντροπή σας ἀπὸ πίσω νἇναι ὁ νειός˙ καὶ ὁ ἀδύνατος ὁ γέρος νὰ πεθαίνη μπροστινός”. Ὄχι πὼς ἀξίζω ἤ πὼς προσφέρω τίποπε, ἕνας μηδαμινὸς καὶ ἀνάξιος ἐργάτης τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶμαι……Ὁ ἀγῶνας σας δὲν εἶναι γιὰ μιὰ θεσούλα μὲ ἕνα πτωχὸ μισθάριον, ἀλλὰ γιὰ κάτι ὑψηλὸν καὶ αἰώνιον.» 

Μὲ τὴν πληροφορία τοῦ θανάτου του γίνεται ἕνας μεγάλος πνευματικὸς σεισμὸς σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐκδίδει ἐγκυκλίους, ὁρίζει τὴν 18 Μαρτίου 1973, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, μνημόσυνον εἰς ὅλους τοὺς ναοὺς μετ’ ἀναλόγου κηρύγματος προβάλλοντας τὴν θυσία τοῦ π. Χρυσοστόμου. Περιοδικά, ἐφημερίδες γράφουν, ραδιοφωνικὲς ἐκπομπὲς τονίζουν τὸ ἔργο του καὶ τὶς ἀρετές του.

Ὁ π. Χρυσόστομος δὲν ὑπῆρξε μόνον ἕνα πρόσωπον,  εἶναι αὐτὸς πού ἀρχίζει τὴν νέαν ἐποχὴ τῆς ἱεραποστολῆς κάτω ἀπὸ τὴν εὐλογία τοῦ Πατριαρχείου μας στὴν Ἀφρικὴ καὶ τὸν μιμήθηκαν καὶ σ’ ὅλο τὸν ὑπόλοιπο Ὀρθόδοξο κόσμο, Ἀσία, Ἀμερική. ∎


[1] Ἀρχιμ. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος (1903-1972), ἔκδοση Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας (Ἀδελφότητας) Ὀρθοδόξου Ἐξωτερικῆς Ἱεραποστολῆς, Θεσσαλονίκη 1974, σελ.13. Ἐφεξῆς Α.Χ.Π.

[2]Αἰδ. ἱερέως Νικολάου Χριστοπούλου, Ἐκτενὴς Βιογραφία Χρυσοσστόμου Παπασαραντοπούλου, Α.Χ.Π.,σελ.44.

[3] Μοῦ διηγήθη ὁ Μητροπολίτης Παντελεήμων: «Ἐνῶ  ἐλειτουργοῦσα καὶ ἤμουν στὴν πρόθεση καὶ μνημόνευα ὀνόματα ἀκούω πίσω μου μνήσθητι καὶ Χρυσοστόμου ἱερομονάχου, γύρισα καὶ εἶδα τὸν π. Χρυσόστομο ξαφνιάστικα, τὸν ρώτησα πῶς βρέθηκες ἐδῶ, οἱ δρόμοι εἶναι κλειστοὶ καὶ ἐπικίνδυνοι καὶ μοῦ ἀπάντησε μόλις ἔμαθα τὴν ἐκλογή σου καὶ τὴν τοποθέτησή σου δὲν μποροῦσα νὰ μείνω πίσω, ἦρθα νὰ ὑπηρετήσω κοντά σου».

[4] Βουλγαρικὴ ὀργάνωση μὲ σκοπο τὴν προσάρτηση τῆς Μακεδονίας στὴν Βουλγαρία.

[5] Ἀρχιμ. Θεοκλήτου Στράγκα, Ὁ Αυταπαρνητής Ἱεραπόστολος εἰς τὰς καιομένας περιοχάς, Α.Χ.Π., σελ. 94.

[6] Ἐπιστολὴ  πρὸς π. Φώτιον … Καμπάλα 14 Ἰουνίου 1960,  Α.Χ.Π., σελ. 213.

[7] Θεοφ. Ἐπισκόπου Ναυκρἀτιδος κ. Θεοδώρου Νανγυάμα, Ἀναμνήσεις ἀπὸ Οὐγκαντὸν, Α.Χ.Π.,σελ. 158.

[8] Ἀρχιμ. Θεοδοσίου Λαμπροπούλου, Σύγχρονος Ἱεραπόστολος ,Α.Χ.Π.,σελ. 130

[9] Ἀρχιμ. Παύλου Νικηταρᾶ, Πού βρῆκε τὴν δύναμιν ὁ Γέρων!, Α.Χ.Π.,σελ.110.

[10] Ἐπιστολὴ π. Χρ. Παπασαραντοπούλου  εἰς π. Φώτιο, Καμπάλα14-6-1960, Α.Χ.Π.,σελ.213.

[11] Π. Ὀβαδίου Μπασαγιακιτάλο, Ὁ πλέον λαοφιλὴς Ὀρθόδοξος, Α.Χ.Π., σελ.177.

[12] Π. Ειρηναίου Μαγκίμπι, Ἡ Ουγκάντα ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πολλούς Χρυσοστόμους,  Α.Χ.Π.,σελ.115.

[13]  Α.Χ.Π., σελ.16-17.

[14]«Πλὴν ἱ ε ρ α π ο σ τ ο λ ὴ σημαίνει πρόσωπα ζῶντα καὶ κινούμενα, ἔχοντα ἀνάγκην συντηρήσεως καὶ εὐχεροῦς μετακινήσεως εἰς τὰς μακρυνὰς αὐτὰς ἀποστάσεις. Σημαίνει ἐγκαταστάσεις, γραφεῖα, τυπογραφεῖα, βιβλία καὶ ἔντυπα πρὸς διανομήν, βιβλιοθήκας, ἀναγνωστήρια, ἐντευκτήρια καὶ τὸν ὁπλισμὸν καὶ ἐξοπλισμὸν  ὅλων  αὐτῶν μὲ τὰ ἀναγκαιοῦντα ἔπιπλα, μηχανήματα καὶ ἐποπτικὰ μέσα, ἀκόμη καὶ μέσα πρὸς ἐκμάθησιν γλωσσῶν καὶ πολλὰ παρόμοια. Σημαίνει δημιουργίαν κατὰ τόπους ἰθαγενῶν ἐνοριῶν ἤ ἐκκλησιαστικῶν ἑστιῶν μὲ ἡγέτας ἰθαγενεῖς Κληρικοὺς, οἵτινες χρειάζονται ράσα, ἱερὰ ἄμφια, ἱερὰ σκεύη καὶ ὅλα τὰ εἴδη τῆς θείας λατρείας. Σημαίνει ἀκόμη διανομὴν ἀναμνηστικῶν θρησκευτικῶν δώρων, οἷον μικρῶν σταυρῶν κλπ., μικρῶν φιλικῶν δώρων προπάντων εἰς τὰ παιδιὰ καὶ ἱματισμοῦ ἔστω παλαιοῦ εἰς τοὺς πτωχοτάτους τῶν προσηλύτων. Ἀλλὰ καὶ μὲ ὑγεινομικὴν πλευρὰν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ συνοδεύηται ἡ ἱεραποστολὴ. Ἡ παροχὴ στοιχειώδους ἰατρικῆς περιθάλψεως καὶ φαρμάκων ἔστω τῆς συνήθους χρήσεως εἶναι διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἐδῶ κάτι τὸ θεῖον καὶ οὐρανόσταλτον, ὅπερ πρέπει πάντοτε ν’ἀκολουθῇ τὸν ἱεραπόστολον καὶ τὴν θρησκείαν.» («ΔΕΛΤΙΟΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ» ἀριθμ.1 Χριστούγεννα 1963, Α.Χ.Π., σ. 21.)

[15]  Α.Χ.Π.,σελ.24-25.

[16] Α.Χ.Π.,σελ.25.

[17] «ΔΕΛΤΙΟΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ» ἀριθμ. 6, Α.Χ.Π., σελ.29.

[18] «ΔΕΛΤΙΟΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ» ἀριθμ. 13 , Α.Χ.Π., σελ.30.

[19] Κωνστ. Βασιλόπουλου, Ἀναλυτικὴ Σκιαγραφία τῆς Ἱεραποστολικῆς πολιτείας τοῦ π.Χρυσοσστόμου, Α.Χ.Π., σελ.153.

[20] «ΔΕΛΤΙΟΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ» ἀριθμ. 13,  Α.Χ.Π.,σελ.31

[21] Περιοδικὸ Ἐξωτερική Ἱεραποστολή,  Ἀφιέρωμα , «Αὐτοβιογραφικὸν Σημείωμα Ἀρχιμ Ἀθανασίου Ἀνθίδη» 126(1991) 59.

[22] Ἀρχιμ. Χρυσοστ. Παπασαραντοπούλου, Τὸ προσωπικὸν τῆς Ἱεραποστολῆς μας, Χριστούγεννα 1968, Α.Χ.Π., σελ.33-34.

[23] Ἀρχιμ. Χρυσοστ. Παπασαραντοπούλου, Ὁ Νέος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας,  Α.Χ.Π., σελ. 34-35

[24] Κωσταντίνου Βασιλόπουλου, Ἀναλυτικὴ Σκιαγραφία τῆς Ἱεραποστολικῆς Πολιτείας τοῦ π. Χρυσοστόμου, Α.Χ.Π.,σελ .138.

[25]  Ἐπιστολὴ ἀπὸ Κασένγα, Ἰουλίου 10,1971, πρὸς Γεώργιον Κωνσταντίνου.

[26] Ἐπιστολή, Kasenga, Ἰουλίου 3, 1972 πρὸς π. Νικηφόρον Κωνσταντίνου.

[27] Αἱ μεταφράσεις-Ζητεῖ ἕναν ἄνθρωπον, Α.Χ.Π., σελ.66.

[28] Θεοφ.Ἐπισκόπου Ναυκράτιδος κ. Θεοδώρου Νανγυάμα, Α.Χ.Π., σελ. 161

[29] Ἐπιστολή ἀπὸ Κολουέζι, Σεπτέμβριου 11,1972, Α.Χ.Π., σελ 68.

[30] Ἡμερολόγιο τῆς Μητροπόλεως Κεντρώας Ἀφρικῆς ἔτους 2012, σελ. 72.

[31] Ἀναστασία Πέξου, Ἕνας ἱεραπόστολος τῶν ἡμερῶν μας, Α.Χ.Π., σελ.85.

[32]Κωστα Βασιλόπουλου, Ἀναλυτικὴ Σκαιγραφία…, Α.Χ.Π.., σελ. 154

[33] Ἐπιστολὴ  πρὸς π. Φώτιον … Καμπάλα 14 Ἰουνίου 1960, Α.Χ.Π. , σελ.213.