Σύμφωνα με τον συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου,  ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος καταγόταν από την Αντιόχεια και ήταν γόνος ευσεβών συζύγων· του αρχιστράτηγου Σεκούνδου και της Αγίας Ανθούσης[1]. Γεννήθηκε το 354 μ.Χ[2]. Ο Σεκούνδος πέθανε λίγο μετά από τη γέννηση του γιου του, αφήνοντας χήρα τη νεαρή μητέρα, η οποία προτίμησε να μην ξαναπαντρευτεί αλλά να αφοσιωθεί στην ανατροφή του παιδιού της. Η αγάπη που από μικρό παιδί είχε ο Ιωάννης προς τον Θεό, τον προετοίμαζε για την επιτέλεση του θείου έργου. Σαν έμπειρος κηροποιός κατασκεύαζε μεγαλώνοντας τη δική του λαμπάδα. Την έφτιαχνε μεγάλη, την γέμιζε με γνώση, αρετές, ασκήσεις, φιλανθρωπίες, ιεραποστολές και, όταν ήρθε η ώρα, την άναψε. Αυτή, όσο άναβε, φώτιζε και, όσο φώτιζε, έλιωνε και, όσο έλιωνε, αδιαλείπτως συνέχιζε να φωτίζει μέχρι την τελευταία του πνοή.

Αφού έλαβε παιδεία και γνώση από την Αγία μητέρα του και τον γνωστό εθνικό διδάσκαλο Λιβάνιο, σε ηλικία δεκαοκτώ ετών άρχισε να παρακολουθεί θεολογικά μαθήματα στη σχολή του διαπρεπή θεολόγου Διοδώρου (μετέπειτα επισκόπου Ταρσού)[3]. Βαπτίσθηκε και μετά από τρία χρόνια έγινε αναγνώστης. Στα τέσσερα έτη που ακολούθησαν μόνασε δίπλα σε γέροντα και, έπειτα, για ακόμη δύο, ασκήτεψε σε σπήλαιο. Επιστρέφοντας στην Αντιόχεια χειροτονήθηκε διάκονος, σε μια πενταετία πρεσβύτερος και ύστερα από δώδεκα χρόνια επίσκοπος[4].

Η αγάπη του Χρυσοστόμου για τον Χριστό και το θυσιαστικό του πνεύμα για τον συνάνθρωπο δεν άφηνε τόσο τα χαρίσματά του, όσο και το έργο του, να περνά απαρατήρητο. Είτε με τον λόγο είτε με τα έργα, είτε εντός συνόρων (της πόλεώς του της αυτοκρατορίας ή της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας του) είτε εκτός, ο πόθος του ήταν η ιεραποστολή. Κύριο μέλημά του το πώς θα σώσει τον άνθρωπο· άνδρα ή γυναίκα, συγγενή, φίλο ή εχθρό, πτωχό ή πλούσιο, έναν ή τεράστιο ακροατήριο. Όλα για την δόξα του Θεού, όλα για την διάδοση του λόγου Του, είτε είσαι νέος είτε γέρος, είτε υγιής είτε ετοιμοθάνατος· τούτο είναι το εχέγγυο του γνήσιου ιεραποστόλου.

Ο Ιωάννης -κατά τον εκκλησιαστικό ιστορικό Σωζομενό- αφενός ήταν «αγαθός τον βίον» και αφετέρου «λέγειν τε και πείθειν δεινός και τους κατ’αυτόν υπερβάλλων ρήτορας»[5] . Το χάρισμα του λόγου εξυψωνόταν παντρεμένο με την καθάρια ζωή του. Συνεπώς, η απήχηση των κηρυγμάτων του ήταν συγκλονιστική, διότι όσο επιδέξιος κι αν είναι κάποιος στο χειρισμό της γλώσσας, εν τέλει το φρόνημα κάνει τον ρήτορα. Εκφώνησε πλήθος ομιλιών που είναι δύσκολο να απαριθμηθούν σε αυτό το άρθρο. Είναι αδιαμφισβήτητα ο μεγαλύτερος σε συγγραφικό όγκο Πατέρας της Εκκλησίας, του οποίου οι λόγοι είναι οδοδείκτες στους σύγχρονους κήρυκες του Ευαγγελίου.

Επίσης, αξιόλογο είναι και το φιλανθρωπικό έργο που διετέλεσε στο διάβα της ιερατικής του διακονίας. Πιο συγκεκριμένα, ως ιερέας έτρεφε στην Αντιόχεια «3.000 καταγεγραμμένων χηρών και παρθένων και μέγαν αριθμόν ορφανών, περιέθαλπε δε πολυαρίθμους ξένους, ασθενείς και φυλακισμένους»[6]. Έκτισε γηροκομεία και πτωχοκομεία. Χρησιμοποιούσε όλο τον πλούτο της αρχιεπισκοπής για τη στήριξη του αναγκεμένου και των ιεραποστολικών κλιμακίων. «Τα χρήματα μοιράζονταν αμέσως στους φτωχούς της Αρμενίας ή χρησιμοποιούνταν στις επιχειρήσεις της ιεραποστολής. Οι άλλοι ήταν το αντικείμενο της αγάπης του, όπως και αυτός ανήκε στην αγάπη των άλλων. Στερημένος από όλα, ασθενικός και κάτω από την εξουσία ενός ανελέητου κλίματος, εφάρμοζε στον εαυτό του ό,τι είχε κηρύξει μες στη δόξα του πρώτου της Ανατολής(όταν ήταν αρχιεπίσκοπος), δηλαδή ότι η κατοχή των αγαθών της γης δεν ήταν παρά ένα δάνειο, που ο Θεός μας έκανε, για να το επιστρέψουμε με την ελεημοσύνη. Δεν έμαθε ποτέ να θησαυρίζει παρά μόνο θησαυρούς στον ουρανό»[7]. Επιπλέον, κατήργησε τα επίσημα γεύματα προς ενίσχυση των πτωχών.

Μας πληροφορεί, επιπροσθέτως, ο Σωζομενός: «Ο Ιωάννης ασκώντας άριστα το έργο του ως επίσκοπος της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, έπαιρνε με το μέρος του πολλούς από τους εθνικούς και πολλές από τις αιρέσεις. Κάθε φορά συγκεντρωνόταν κοντά του πλήθος, άλλοι για να τον ακούσουν και να ωφεληθούν, κι άλλοι για να τον γνωρίσουν, που τους έκανε να πιστεύουν για τον Θεό τα ίδια με εκείνον»[8].  Συγκρότησε ακόμη, ομάδα αφοσιωμένων κληρικών και μαθητριών, αξιοποιώντας τους στην ιεραποστολική και φιλανθρωπική δράση. Μερικοί από αυτούς ήταν οι Τίγριος, Πρόκλος, Γερμανός και η Ολυμπιάδα.  Παράλληλα, οργάνωσε ιεραποστολικά κλιμάκια με σκοπό τη διάδοση του Ευαγγελίου και στα άλλα έθνη. Πιο συγκεκριμένα, στράφηκε τόσο προς στους Γότθους της Κωνσταντινουπόλεως όσο και προς τη Γοτθική γη, τη Σκυθία, την Κελτική, την Περσία και τη Φοινίκη[9].

Αξίζει να τονιστούν τα εξής: Επειδή στην αυτοκρατορία ευρισκόντουσαν αρκετοί Γότθοι, υπηρετώντας οι περισσότεροι στο στρατό, τους παραχώρησε ναό στον οποίο κατά διαστήματα κήρυττε και ο ίδιος. Επίσης, έστελνε στη χώρα τους ιερείς (κυρίως Γότθους) προσπαθώντας με κάθε τρόπο να τους αποσπάσει από την αίρεση του αρειανισμού[10]. Ως και μοναστήρι έκτισε ως πυρήνα ορθοδοξίας σε εκείνον τον τόπο.

Μελετώντας τις κινήσεις του ιερού πατρός, δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι υιοθέτησε την εκκλησία στη Φοινίκη. Όταν οι ειδωλολάτρες κατέστρεψαν ναούς, αυτός (ως αρχιεπίσκοπος) μεσολάβησε και σταμάτησε ο διωγμός με αυτοκρατορικό νόμο[11]. Επειδή όμως η κατάσταση χειροτέρευε όλο και περισσότερο από πειρασμούς, φτώχεια και έλλειψη ατόμων, ο Χρυσόστομος με κάθε τρόπο στήριζε τα ιεραποστολικά κλιμάκια. Αλληλογραφούσε συνεχώς με τους υπευθύνους των εκκλησιών, έστελνε μοναχούς και κληρικούς για ιεραποστολή και η οικονομική του βοήθεια ήταν μεγάλη ανακούφιση για τους εργάτες του Ευαγγελίου[12]. Η διακονία του αυτή δεν σταμάτησε όσο ανέπνεε. Ακόμα και στην εξορία του, ακόμα και άρρωστος λίγο πριν την κοίμησή του δεν εγκατέλειψε την  προσπάθεια. Το θυσιαστικό του φρόνημα αποδεικνύεται από το παρακάτω γεγονός: «Ο πλούσιος Διογένης από την Αντιόχεια τού έστειλε με τον ευσεβή Αφραάτη διάφορα δώρα. Στην αρχή τα αρνήθηκε. Τελικώς όμως τα δέχτηκε, παρακαλώντας τον Διογένη να επιτρέψει στον Αφραάτη να τα μεταφέρει στους ιεραποστόλους της Φοινίκης»[13]. Ο Amedee Thierry αναφέρει: «Ανάμεσα στις τόσες πολλές και ποικίλες φροντίδες του, η ανεξάντλητη ανάγκη του για δραστηριότητα δεν του επέτρεψε μια στιγμή ανάπαυσης. Δεν του έφθανε ο φοβερός πόλεμος με τον αυτοκράτορα, με τους τρεις σχισματικούς πατριάρχες και με έναν συνασπισμό επισκόπων, που επιδίωκαν την εξόντωσή του. Αγαπούσε τον αγώνα και βρήκε έναν, που στάθηκε μια αναψυχή στους προσωπικούς του διωγμούς. Ήταν τόσο παράδοξο, όσο και θαυμαστό, να τον βλέπει κανείς στην Κουκουσό, από το βάθος εκείνης της φυλακής, όπου πέθαινε κυνηγημένος από ληστές, να ρίχνεται σε τρεις μεγάλες επιχειρήσεις, από τις οποίες η μία μόνη ήταν αρκετή να εξαντλήσει ολόκληρη τη δραστηριότητα ενός κοινού ανθρώπου. Αυτές οι επιχειρήσεις δεν ήταν τίποτε λιγότερο από τον πλήρη θρίαμβο της χριστιανικής πίστεως στη Φοινίκη, τη στερέωση της Ορθοδοξίας στην Εκκλησία των Γότθων και κάτι πραγματικά απίστευτο- τον εκχριστιανισμό του βασιλείου της Περσίας»[14].

Τόσο μεγάλο πόθο είχε για ιεραποστολή, να σώσει ακόμα και μόνο μία ψυχή, ώστε τόνιζε χαρακτηριστικά: «Μην υποτιμάς το έργο της μεταστροφής ολίγων ανθρώπων, επειδή δεν είσαι σε θέση να σώσεις όλη την οικουμένη και μη αφεθείς να αποξενωθείς από την επιδίωξη μικρών κατορθωμάτων, επειδή συνεπαίρνεσαι από τα μεγάλα. Και αν δεν καταφέρεις να μεταστρέψεις εκατό, φρόντισε για τους δέκα που μπορείς. Και αν πάλι οι δέκα ξεπερνούν τις δυνάμεις σου, μη περιφρονήσεις τους πέντε. Και αν ακόμη δεν μπορέσεις τους πέντε, ας είναι και ένας. Και αν ακόμη δεν ημπορέσεις να μεταστρέψεις κανένα μη καταλαμβάνεσαι από απελπισία και μη σταματάς να προσπαθείς»[15].

Αναπαύτηκε εν Κυρίω στις 14 Νοεμβρίου του 407 (πιθανότατα) εξόριστος στην Κουκουσό της Αρμενίας, αφού με άγιο θυμό είχε στηλιτεύσει τις εκτροπές της αυτοκράτειρας. Έμεινε θαμμένος στον τόπο της εξορίας του για 30 χρόνια περίπου, μέχρι να εκλεχτεί αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ο μαθητής του Πρόκλος, ο οποίος ζήτησε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ να επιτρέψει την επιστροφή των λειψάνων του αγίου στην Κωνσταντινούπολη. Ο Θεοδόσιος δέχτηκε – έγραψε μάλιστα μια επιστολή που ζητούσε συγνώμη εκ μέρους των προκατόχων του – και ο Άγιος επανήλθε στον θρόνο του. Μία λαμπρή, παλλαϊκή τελετή έλαβε μέρος στη Βασιλεύουσα και το τίμιο σκήνωμα τοποθετήθηκε στον Ναό των Αγίων Αποστόλων.

Η ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου τιμάται στις 27 Ιανουαρίου εκάστου έτους.

Απολυτίκιον
Ήχος πλ. δ’.
Η του στόματός σου καθάπερ πυρσός εκλάμψασα χάρις, την οικουμένην εφώτισεν, αφιλαργυρίας τω κόσμω θησαυρούς εναπέθετο, το ύψος ημίν της ταπεινοφροσύνης υπέδειξεν. Αλλά σοις λόγοις παιδεύων, Πάτερ, Ιωάννη Χρυσόστομε, πρέσβευε τω Λόγω Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.


[1] Αγίου Νικοδήμου, Συναξαριστής, έκδ.«Ορθόδοξος Κυψέλη», τ. 2, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 108., Βλασίου Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. 1, Αθήνα 2002, σ. 545.

[2] Παναγιώτη Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, εκδ.«Κυρομάνος», τ. 4, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 232.

[3] Σαλαμινίου Σωζομενού, Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ.«Το Βυζάντιον», τ. 2, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 380., Βλασίου Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. 1, Αθήνα 2002, σ. 545.

[4] Παναγιώτη Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, εκδ.«Κυρομάνος», τ. 4, Θεσσαλονίκη 2006, σσ. 232-233.

[5] Σαλαμινίου Σωζομενού, Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ.«Το Βυζάντιον», τ. 2, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 378.

[6] Παναγιώτη Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, εκδ.«Κυρομάνος», τ. 4, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 236.

[7] S.D. Amedee Thierry, Άγιο; Ιωάννης ο Χρυσόστομος, εκδ.«Χριστιανική Ελπίς», Θεσσαλονίκη 2003, σ. 365.

[8] Σαλαμινίου Σωζομενού, Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ.«Το Βυζάντιον», τ. 2, Θεσσαλονίκη 2004, σσ. 395-397.

[9] Χρήστου Βάντσου, Ιεραποστολική, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 168.

[10] Παναγιώτη Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, εκδ.«Κυρομάνος», τ. 4, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 238., S.D. Amedee Thierry, Άγιο; Ιωάννης ο Χρυσόστομος, εκδ.«Χριστιανική Ελπίς», Θεσσαλονίκη 2003, σ. 370-371., Χρήστου Βάντσου, Ιεραποστολική, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 177.

[11]Θεοδωρήτου, Εκκλησιαστική Ιστορία, V, Κεφ. ΚΘ΄, PG 82, 1257., Αναστασίου Γιαννουλάτου, Έως εσχάτου της γης, εκδ.«Αποστολική Διακονία», Τίρανα 2009, σ. 90.,  Χρήστου Βάντσου, Ιεραποστολική, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 179.

[12] Αναστασίου Γιαννουλάτου, Έως εσχάτου της γης, εκδ.«Αποστολική Διακονία», Τίρανα 2009, σ. 90.

[13] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Διογένει επιστολή ΝΑ΄, PG 52, 636-637., Αναστασίου Γιαννουλάτου, Έως εσχάτου της γης, εκδ.«Αποστολική Διακονία», Τίρανα 2009, σ. 91.

[14] S.D. Amedee Thierry, Άγιο; Ιωάννης ο Χρυσόστομος, εκδ.«Χριστιανική Ελπίς», Θεσσαλονίκη 2003, σ. 365.

[15] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία Γ εις Α΄ Κορ. 7, PG. 61,30., Χρήστου Βάντσου, Ιεραποστολική, Θεσσαλονίκη 1999, σσ. 170-171.