Ο Πορφύριος, γέννημα και θρέμμα της Θεσσαλονίκης, ήρθε στον κόσμο το 347 μ.Χ. Οι ευγενείς και πλούσιοι γονείς του σίγουρα φρόντισαν ώστε το πρωτότοκο βλαστάρι τους να λάβει αξιόλογη παιδεία. Υπάκουο στην ουράνια κλίση το παλικάρι, σε ηλικία εικοσιπέντε ετών, εγκατέλειψε την άνετη ζωή και την κοσμική σταδιοδρομία αναχωρώντας για την έρημο της Αιγύπτου, το πνευματικό πανεπιστήμιο της εν Χριστώ ζωής. Χρειάστηκε, ωστόσο, λόγω ασθενείας να μεταφερθεί στα Ιεροσόλυμα, όπου έζησε έντονη λειτουργική ζωή. Στην θεοβάδιστη πόλη ο Πορφύριος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και αξιώθηκε να διακονήσει για τρία χρόνια τον Τίμιο Σταυρό ως φύλακας. Όταν έφτασε στην ηλικία των 45 ετών, ανήλθε δια χειρός του επισκόπου Καισαρείας στον ύψιστο βαθμό της ιεροσύνης και τοποθετήθηκε στον επισκοπικό θρόνο της Γάζας.

Η Γάζα ήταν μεγάλη και ιστορική πόλη. Πλούσια και εμπορική. Βρισκόταν σε άνθηση την εποχή εκείνη και επέμενε σταθερά και φανατικά στην ειδωλολατρία, παρά την γενική επικράτηση του Χριστιανισμού στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Ο πρώτος επίσκοπος που διακόνησε τους Γαζαίους στο όνομα του Χριστού ήταν ο Φιλήμονας, προς τον οποίο στάλθηκε και η ομώνυμη επιστολή της Καινής Διαθήκης από τον απόστολο των εθνών Παύλο. Τον Πορφύριο υποδέχτηκε στην κατείδωλη -όπως προαναφέραμε- περιοχή ένα μικρό ποίμνιο διακοσίων ογδόντα χριστιανών, συμπεριλαμβανομένων και των παιδιών. Αντίθετα, όμως, με τον μικρό αριθμό τους, οι πιστοί ζούσαν γεμάτοι ζήλο, ενώ η γνησιότητα των χριστιανικών αισθημάτων τους ήταν ευδιάκριτη και αδιαπραγμάτευτη! Όταν ο επισκοπικός θρόνος της πόλεως χήρεψε, έσπευσαν άμεσα στον μητροπολίτη Καισαρείας με κύριο αίτημα την αποστολή επισκόπου. Ζήτησαν, μάλιστα, ποιμένα διακατεχόμενο από ιεραποστολικό φρόνημα, αποκαλύπτοντας έτσι και το δικό τους πνεύμα. Η διαπίστωση αυτή πλήρωσε τον Πορφύριο με θάρρος και δύναμη για να ξεκινήσει το αποστολικό του έργο.

Χρήματα δε διέθετε. Την πατρική του περιουσία που αντιστοιχούσε σε 4000 χρυσές λίρες την μοίρασε στους πτωχούς των Ιεροσολύμων και στα μοναστήρια της Αιγύπτου μετά τον θάνατο των γονιών του. Υπερέβη, όμως, με τη χάρη του Θεού και την ανέχεια και την παγιωμένη ειδωλολατρική συνείδηση του λαού. Σε μία δεκαετία διπλασίασε τον αριθμό των χριστιανών προτάσσοντας από την μια πλευρά το υπόδειγμα της εν Χριστώ ζωής του και από την άλλη τα σημεία (θαύματα) που επιτελούσε. Αξίζει χαρακτηριστικά να αναφέρουμε την παύση της λειψυδρίας μετά από λιτανεία την οποία τέλεσε με θέρμη ο Πορφύριος. Μελετώντας στο σημείο αυτό το βίο του αγίου, ο Ηλίας Βουλγαράκης σχολιάζει: «Τι ήταν εκείνο, που έκανε τους Γαζαίους να γίνονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα Χριστιανοί μετά από τη μεσολάβηση ενός θαύματος; Ασφαλώς το θαύμα ήταν πάντοτε ένα γεγονός, που προκαλούσε μεταστροφές. Στην περίπτωση όμως των Γαζαίων, και ασφαλώς όχι μόνο σ’ αυτούς, εκείνο που, κατά τη γνώμη μου, μετρούσε περισσότερο, δεν ήταν τόσο αυτό το ίδιο το θαύμα, όσο η απόδειξη που περιέκλειε, ότι ο Θεός των Χριστιανών ήταν δυνατότερος από τον θεό τους»1.

Ο Πορφύριος καλλιέργησε και έδωσε έμφαση στον μοναχισμό, ως ένα ισχυρό μέσω εξάπλωσης της χριστιανικής πίστεως και ως αντίδοτο στη σκληρή και συνάμα εχθρική συμπεριφορά των ειδωλολατρών Γαζαίων. Αυτή τον ώθησε ακόμα και στο μητροπολίτη Καισαρείας και στην αυτοκρατορική αυλή με σκοπό να θέσει εις γνώσιν τους τα παράπονά του, τους κινδύνους δηλαδή που αντιμετώπιζε το ποίμνιό του.

Ήταν, όπως μας περιγράφει ο βιογράφος του, αρκετά ευαίσθητος (εύκολα δάκρυζε), πράος και υπομονετικός. Χαρακτηρίζεται ως αμνησίκακος και συγχωρητικός, εύσπλαχνος και ελεήμων. Γιατί πώς αλλιώς μπορεί να είναι ο άνθρωπος του Θεού και δη ο ιεραπόστολος; Περιγράφεται ακόμα ως φιλόξενος, ταπεινός, αληθινός, απροσποίητος, σώφρων και συμπαθής. Ήταν ασκητής, όπως αναφέραμε. Ήδη σε νεαρή ηλικία ερωτεύτηκε, όχι τις ηδονές και τον κόσμο αλλά την έρημο, όχι την ζωή απλά, αλλά την εν Χριστώ ζωή, την όντως ζωή κοντά Του. Ακόμα και ως επίσκοπος ζούσε ασκητικά. Νήστευε σκληρά, βίωνε την πτωχεία. Η πνευματική του ζωή ήταν υποδειγματική. Η ταπείνωση, η πίστη, η καλλιέργεια της ψυχής του, η προσευχή και η μελέτη της Αγίας Γραφής ήταν συνυφασμένη με το είναι του. Όλα τα παραπάνω γνωρίσματα που συνέθεταν την άγια μορφή του Πορφυρίου παρακίνησαν τον επίσκοπο Καισαρείας να τον ζητήσει από τον επίσκοπο Ιεροσολύμων με απώτερο σκοπό να ευαγγελίσει τον ειδωλολατρικό λαό των Γαζαίων.

Η εν Χριστώ καλλιέργεια του ποιμνίου σήμαινε ιεραποστολή! Ο Πορφύριος ως ποιμένας ήταν δημοκρατικός και οι κινήσεις του συνοδεύονταν από τις αρετές της πραότητας και της εμπιστοσύνης προς τον Θεό. Πάντα διακριτικός, υπολόγιζε την γνώμη του αντιπάλου του, πίστευε ακράδαντα στη διακονία του, έκανε προσευχή για τους απίστους και είχε συναίσθηση της αποστολής του. Χρησιμοποιούσε την Εκκλησία ως αφετηρία για κάθε διακονία ή χριστιανική εκδήλωση, ζούσε έντονη λειτουργική ζωή, τηρούσε αυστηρή νηστεία και κήρυττε, σύμφωνα με τον βιογράφο του, σε κάθε ευκαιρία2.

Τα χαρακτηριστικά της Ιεραποστολικής του συγκρότησης ήταν τρία:

  • Ο Ασκητισμός. «Η ασκητική συγκρότηση του Πορφυρίου δεν τον ετοίμασε μόνο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για να γίνει κήρυκας του Ευαγγελίου, αλλά για να αντέξει στη μεγάλη αυτή δοκιμασία».
  • Η Αγία Γραφή. Ο Άγιος θαύμασε την Αγία Γραφή, η οποία τόσο στη διδασκαλία όσο και στα παραδείγματα των προσώπων της «κράζει»: ιεραποστολή, ιεραποστολή, ιεραποστολή! Πρότυπο του Πορφυρίου ο Θείος Παύλος. Η λαχτάρα του αγίου αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στη βιογραφία του: «…ἀλλ’ εἰς πᾶντα ἠβουλήθη μιμητὴς γενέσθαι τοῦ εἰρημένου ἀοιδίμου ἀνδρός (Παύλου) ἔν τε κακουχίαις καὶ πόνοις καὶ διωγμοῖς καὶ κινδύνοις θαλάσσης καὶ ἐπαναστάσεσιν ἐθνῶν(9,14)».
  • Τα Ιεροσόλυμα. Η αγιότητα του τόπου, η κατάνυξη και η θεία Χάρη που προσφέρει, στόλισαν την καρδιά, η οποία όχι μόνο τα επισκέφτηκε αλλά και τα διακόνησε. Ενώ, συνάμα, η «προφητική» παρουσία του επισκόπου Αγίου Κυρίλλου, του συγγραφέα των περίφημων «Κατηχήσεων», σφράγισε ανεξίτηλα την ύπαρξή του.

Ο Πορφύριος διακόνησε τους Γαζαίους ως πνευματικός τους πατέρας για εικοσιπέντε χρόνια και κοιμήθηκε εν Κυρίω το 420 μ.Χ. έπειτα από τη μεταστροφή του συνόλου σχεδόν του ποιμνίου του.

Η μνήμη του τιμάται 26 Φεβρουαρίου εκάστου έτους.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῳ.Πορφυραυγέσιν ἀρετῶν λαμπηδόσι, καταλαμπρύνας σεαυτὸν Ἱεράρχα, καθάπερ φῶς ἐξέλαμψας Πορφύριε σοφέ, λόγοις γὰρ καὶ θαύμασιν, ἀληθῶς διαπρέψας, πάσιν ἐβεβαίωσας, εὐσέβειας τὴν χάριν καὶ νῦν Χριστῷ ἀΰλως λειτουργῶν, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, μὴ παύση δεόμενος.
  1. Ηλία Βουλγαράκη, Ο επίσκοπος Γάζης Άγιος Πορφύριος ο Ιεραπόστολος, εκδ.«Αποστολική Διακονία», Αθήνα 1976, σσ. 84-85.
  2. «Συνεχώς γαρ εδίδασκεν τον λόγον» (74,4).