Ιεραποστολή και Ιεραποστολείς (του Αγίου Χρυσοστόμου)

«Τίνα ἀποστείλω καί τίς πορεύσεται πρὸς τὸν λαὸν τοῦτον;» Αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ μεγαλοφωνοτάτου τῶν προφητῶν Ἠσαΐου (ΣΤ΄ 8) ἤρχοντο διαρκῶς καὶ ἐπιμόνως εἰς τὴν σκέψιν μου, ὅταν τελευταίως ἐπεσκέφθην τοὺς 50-60 νεοφωτίστους Ἀφρικανοὺς Ὀρθοδόξους τῆς φυλῆς Ἀτσόλι, περὶ τῶν ὁποίων θὰ γίνη λόγος εἰς ἄλλην κατωτέρω στήλην τοῦ παρόντος.

Δὲν εἶχε τότε κανένα ὁ Θεὸς νὰ στείλη εἰς τοὺς ἀφηνιάσαντας θρησκευτικῶς καὶ ἠθικῶς κατοίκους τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ ὅλης τῆς Ἰουδαίας. Καὶ δὲν εἶχε, διότι οἱ εὐάριθμοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μείνει πιστοὶ καὶ ἀμόλυντοι, ἐκρύπτοντο περιδεεῖς καὶ κατάφοβοι ἀπὸ τὴν τρομακτικὴν κακίαν τοῦ ἀποστάτου ἐκείνου λαοῦ. Ἕνας μόνον, αὐτὸς οὗτος ὁ προφήτης Ἠσαΐας, ἀψηφῶν κάθε κίνδυνον χάριν τοῦ θείου θελήματος προσέφερε ἑαυτὸν καὶ ἀπήντησε θαρραλέα καὶ ἀνδρικώτατα εἰς τὴν θείαν φωνήν: «Ἰδοὺ ἐγὼ εἰμι· ἀπόστειλόν με» (αὐτόθι).

Ἐδῶ ὅμως τὸ πρᾶγμα διαφέρει κατὰ πολύ. Ἴσως θὰ εἶχε κάποιαν ὁμοιότητα, ἐὰν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ ἐπρόκειτο ν’ ἀποσταλοῦν πρὸς τοὺς χριστιανοὺς ἐκείνους, οἵτινες διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὴν θρησκείαν καὶ ἀρνοῦνται τὸν Χριστὸν καὶ τὴν διδασκαλίαν του, εἴτε μὲ λόγια καὶ ἔργα, εἴτε μὲ ἔργα μόνον (ὄντες καὶ ζῶντες ἢ ζῶντες μόνον) «ὡς ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ» (Ἐφεσίους Β’ 12). Μεταξὺ τούτων θὰ πρέπει νὰ φοβηθῆ ὁ ἀποστελλόμενος ἂν ὄχι θάνατον καὶ σωματικὰς κακώσεις, ἀσφαλῶς τοὐλάχιστον περιφρόνησιν καὶ ἀποστροφήν.

Ἐδῶ ὅμως δὲν ἔχομεν χριστιανοὺς ἀποστάτας οὔτε εἰδωλολάτρας ἑτοίμους νὰ ὑπερασπίσουν τὰς πατροπαραδότους πλάνας των διὰ «πυρὸς καὶ σιδήρου» κατὰ τῶν ἀποστελλομένων εἰς αὐτοὺς κηρύκων νέας θρησκείας. Ἔχομεν ἁπλοϊκοὺς ὑπαναπτύκτους λαοὺς ἐκ τῶν ὁποίων ἕνα πλῆθος προσώπων ἐνῶ ἔχει ἀκούσει πολλὰ διὰ τὸν χριστιανισμόν, δὲν ἔχει ἀκόμη κατασταλάξει εἰς ὡρισμένον τύπον αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰ διάφορα χριστιανικὰ δόγματα εἶναι κατὰ μέγα μέρος ἀστήρικτοι καὶ διστακτικοί. Πρὸς τοῦτο συντελοῦν πολὺ καὶ τὰ πολιτικὰ γεγονότα, καθὼς καὶ ἡ μὴ χριστιανικὴ ζωὴ τῶν Εὐρωπαίων. Ἔτσι ἔχομεν ἐδῶ μίαν δίψαν πρὸς ἕνα ζωντανὸν χριστιανισμὸν ποὺ θὰ ἱκανοποιῆ καὶ κατὰ τὰς ἐξωτερικὰς ἐκδηλώσεις τῆς λατρείας καὶ εἰς τὸν ἐσωτερικὸν ψυχικὸν κόσμον τοῦ ἰθαγενοῦς, ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς ἐλεύθερον μὴ ἐξυπηρετοῦντα τὰς πολιτικὰς βλέψεις τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ κράτους ἢ ἀνθρώπου τινὸς ἀρχηγοῦ.

Φθάνει λοιπὸν ν’ ἀκουσθῆ κάπου, ὅτι ὑπάρχει Χριστιανικὴ Ὀρθοδοξία καὶ ὅτι ἡ λέξις αὐτὴ σημαίνει τὴν ὀρθὴν χριστιανικὴν διδασκαλίαν καὶ πίστιν διὰ νὰ παρουσιασθοῦν μερικοὶ καὶ μάλιστα ἐκ τῶν κάπως μορφωμένων νὰ τὴν ἐγκολπωθοῦν καὶ νὰ ἀρχίσουν ἱεραποστολικὴν ἐργασίαν ὑπὲρ αὐτῆς, συνήθως ὀλίγον καρποφόρον. Ταυτόχρονα μὲ τὴν ἰδέαν τῆς Ὀρθοδοξίας διαδίδεται καὶ ἡ ἰδέα ὅτι εἰς τὸν ὀρθὸν αὐτὸν χριστιανικὸν δρόμον προτοστατοῦν οἱ Ἕλληνες. Ἔτσι ἕνας Ἕλλην – ἀλλὰ καὶ οἱοσδήποτε ἄλλης ἐθνικότητος – Ὀρθόδοξος ἱεραπόστολος, θὰ εἶναι δεκτὸς μετὰ πάσης ἀγάπης καὶ σεβασμοῦ καὶ μὲ ὅλας τὰς τιμάς.

Διότι τί νὰ διδάξουν οἱ ἁπλοϊκοὶ αὐτοὶ ἰθαγενεῖς νεοπροσήλυτοί μας καὶ πῶς νὰ διαδώσουν τὴν Ὀρθοδοξίαν, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθησαν; Αἱ περὶ αὐτῆς γνώσεις των εἶναι κατὰ πολὺ κάτω τοῦ στοιχειώδους. Οὔτε κὰν βιβλία ὑπάρχουν κατάλληλα δι’ αὐτούς, ἀπὸ ὅπου θὰ ἠδύναντο ν’ ἀντλήσουν. Καὶ ἂν ἀκόμη ὑπῆρχον βιβλία, ἐλάχιστα θὰ ὠφέλουν, ἂν δὲν ὑπάρχη ὁ ἑρμηνευτὴς καὶ καθηγητὴς τῶν διδασκομένων. Καὶ δεχόμεθα ἀπὸ παντοῦ «καταιγισμὸν» παρακλήσεων. Δὲν διστάζομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι πλήττουν διαρκῶς τὰ αὐτιά μας «σπαραξικάρδιοι» αἱ ἱκετευτικαὶ φωναί των. «Ἐλᾶτε νὰ μᾶς φωτίσετε». «Ἐλᾶτε σ’ ἐμᾶς». «Μείνετε σ’ ἐμᾶς». Στείλατε μας ἕνα διδάσκαλον τῆς Ὀρθοδοξίας, ἕνα Ὀρθόδοξον Ἱεραπόστολον…» καὶ τὰ παρόμοια.

Ἐντεῦθεν, ὁ ὑπερτριετὴς συγχωτισμός μας μὲ τὸ διψοῦν διὰ χριστιανικὸν θεμέλιον ἰθαγενὲς στοιχεῖον τῆς Ἀνατ. Ἀφρικῆς μᾶς ὁδήγησεν εἰς τὸ ἑξῆς τελικὸν συμπέρασμα: Διὰ νὰ γίνη ἀποτελεσματικὴ καὶ καρποφόρος Ὀρθόδοξος ἱεραποστολικὴ ἐργασία, δέον νὰ τοποθετηθῆ καὶ νὰ παραμείνη ἐπὶ σειρὰν τινὰ ἐτῶν ἀνάμεσον ἑκάστης φυλῆς (ἢ τοὐλάχιστον ἑκάστης γλώσσης, καθόσον ὑπάρχουν καὶ περισσότεραι τῆς μιᾶς φυλαὶ ἔχουσαι μίαν γλῶσσαν), ἕνας τὸ ὀλιγώτερον Ἕλλην (ἢ καὶ ἄλλης ἐθνικότητος) Ὀρθόδοξος ἱεραπόστολος. Φυσικῶς δὲ ὅπου ἐγκατασταθῆ ἕνας, θὰ εἶναι κατὰ προτίμησιν ἱερεύς. Οὗτος θὰ μελετήση τὴν κληρωθεῖσαν εἰς αὐτὸν φυλήν, θὰ ἐκμάθη καλῶς τὴν γλῶσσαν της, θὰ τὴν γνωρίση ἀπὸ κάθε πλευρὰν καὶ ἄποψιν, ὥστε ἡ ἱεραποστολική του ἐργασία νὰ ἔχη ἐπιτυχίαν εἰς πολὺ καλὸν βαθμόν. Εἰς τὰς μεγάλας πόλεις βεβαίως πρέπει νὰ ὑπάρχουν ἱεραποστολικὰ κέντρα μὲ περισσότερα τοῦ ἑνὸς μέλη, ὥστε νὰ ὑπάρχη ἐπικοινωνία, συνεννόησις καὶ παντοιότροπος ἀνεφοδιασμὸς τῶν μεμονωμένων, ὥστε ἡ ὅλη ἱεραποστολὴ ν’ ἀποτελῆ ὀργανωμένον σῶμα καὶ σύστημα.

Καλοῦνται λοιπὸν μερικοὶ Ὀρθόδοξοι νέοι, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ κατώρθωσαν νὰ ἔχουν κάποιαν ἀνωτέραν μόρφωσιν καὶ τῶν ὁποίων ἡ καρδιὰ φλέγεται διὰ τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας — μάλιστα Ἕλληνες τοιοῦτοι, καθόσον εἰς αὐτοὺς ἔλαχε ἡ τιμὴ νὰ κληθοῦν πρῶτοι — ν’ ἀπαντήσουν, ὅπως τότε ὁ θερμούργὸς ἐκεῖνος Προφήτης: «Ἰδοὺ ἐγὼ εἰμι· ἀπόστειλόν με».

Ὄχι μόνον δὲ ἱερεῖς καὶ θεολόγοι ἱεραπόστολοι χρειάζονται, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἐπιστήμονες (προπάντων ἰατροί, ἀδελφαὶ νοσοκόμοι, γεωπόνοι κλπ.), οἱ ὁποῖοι θὰ σταθοῦν παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ ἱερέως καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἐξυπηρετοῦν τοὺς ἰθαγενεῖς εἰς τὸ πλαίσιον τῆς ἐπιστήμης των, ἀφ’ ἑτέρου ὡς πιστοὶ καὶ θερμοὶ χριστιανοὶ θὰ εἶναι πρόθυμοι καὶ ἐνεργοὶ συμπαραστάται τοῦ ἱερέως εἰς τὸ ἐκχριστιανικὸν καὶ ἐκπολιτιστικὸν ἔργον του.

Ὁ δὲ νεολογικὸς ὅρος «ἱεραποστολεύς» σημαίνει τὸν εὐσεβῆ χριστιανόν, ὅστις διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς του δὲν δύναται νὰ μεταβῆ εἰς ξένην χώραν ὡς ἱεραπόστολος. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχει τὸν ζῆλον καὶ τὸν διακαῆ πόθον διὰ τοιαύτην ἐργασίαν, συνεισφέρει πᾶν ὅ,τί δύναται ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς, διὰ νὰ ἐνισχύση τὸ ἱεραποστολικὸν ἔργον καὶ τοὺς ἀναλαμβάνοντας τοῦτο.

Τοιοῦτοι λοιπὸν «ἱεραποστολεῖς» καλοῦνται νὰ γίνουν τὰ πλήθη τῶν εὐσεβῶν καὶ φιλοχρίστων πάσης χώρας, πόλεως, τάξεως, ἡλικίας καὶ φύλου καὶ νὰ σχηματίσουν πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ὁμίλους ἢ ὁμάδας, ἐπιτροπάς, συμβούλια καὶ τὰ παρόμοια. Ἑκάστη δὲ τοιαύτη ὁμὰς νὰ εἴπη εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς ὡς ἄνω ἠρωϊκῶς ἐξορμητάς: «Πήγαινε μὲ τὴν εὐλογίαν καὶ χάριν τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἀδελφοί σου εἶναι ἐδῶ. Δὲν θὰ σοῦ λείψη τίποτε».

Ἡ τοιαύτη καλὴ ἀρχὴ τῶν ἱεραποστολέων ἔγινε ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὴν Τῆνον, ὅπως βλέπομεν εἰς ἄλλην στήλην τοῦ «Δελτίου» μας. Ἂς πολλαπλασιασθοῦν οἱ μιμηταί.

Ἀρχιμ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΑΠΑΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ

1 Ἀπριλίου 1964, Δελτίον Πληροφοριῶν, Έτος 1ο, τεύχος 2

Περισσότερα