Ο Άγιος Νίκων, ο επονομαζόμενος «Μετανοείτε», σύμφωνα με τον συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου καταγόταν από την «χώραν των Αρμενίων»1 και ήταν τέκνο πλούσιας οικογένειας. Έζησε τον 10ο αιώνα μ.Χ. και το κατά κόσμον όνομά του ήταν Νικήτας2. Η μελέτη του Λόγου του Θεού διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη ζωή του, αφού ύστερα από την ανάγνωση του παρακάτω χωρίου – το οποίο «μίλησε» στην καρδιά του και ανέπαυσε την ψυχή του- κατανόησε και αποδέχτηκε την κλίση του: «πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει» (Ματθ. 19:29).

Σε ύμνο της ακολουθίας του διαβάζουμε: «ἐγκατέλιπες πατρίδα γένος στοργήν, γεννητόρων μακάριε». Ακολούθησε την μοναχική ζωή εγκαταβιώνοντας αρχικά σε ένα μοναστήρι. Εκεί ασκήθηκε και διέπρεψε από κάθε άποψη στην αρετή.  Η νηστεία, η αγρυπνία, η προσευχή, η υπακοή, η σκληραγωγία και η λειτουργική ζωή αποτελούσαν για δύο ολόκληρα χρόνια τη ζωή του και έγιναν η καλύτερη προετοιμασία για το επόμενο βήμα, την ιεραποστολή.

Αφορμή στάθηκε η προσπάθεια του μεγιστάνα πατέρα του να τον ανακαλύψει για να τον προτρέψει-δελεάσει ώστε να εγκαταλείψει την αγγελική ζωή. Μπροστά στον κίνδυνο να καταστεί έκπτωτος της θείας χάριτος, απομακρύνθηκε από τη μονή της μετανοίας του και κινήθηκε προς την ερημήτικη ζωή. Ταυτόχρονα όμως δόθηκε και στην κηρυκτική διακονία, έχοντας το ερημητήριο του ως ορμητήριο3. Κήρυττε μετάνοια ως άλλος Ιωάννης Βαπτιστής κυριευμένος από τον ίδιο ζήλο, «ζῆλον τὸν τοῦ Προδρόμου».

Ο Θεός φρόντισε να ολοκληρώσει την αρχική του πίστη, όπως αναφέρει ο Ζηγαβινός : «Αν η αρχική πίστη οφείλεται στη διάθεση αυτού που πιστεύει, η βαθειά ριζωμένη, η εδραία και άσειστη πίστη είναι δώρο της θείας χάριτος. Το Άγιο Πνεύμα είναι αυτό το οποίο καλλιεργεί την πίστη. Η πίστη είναι μια φλόγα, μία δύναμη που μας ωθεί σε ομολογία του ευαγγελίου, στην αγωνία και στον αγώνα του κηρύγματος, στα παθήματα του μαρτυρίου, στο θάνατο αλλά και στην ανάσταση»4. Χαρακτηριστικά επιβεβαιώνει τα παραπάνω λόγια και ο θείος Παύλος γράφοντας: «ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα» (Β΄ Κορ. 4:13). Εκείνος που πιστεύει αισθάνεται επιτακτικά την ανάγκη να λαλήσει, να διατρανώσει, να κηρύξει και στους άλλους την πίστη του, την αγάπη του πρώτα προς τον Θεό και έπειτα προς τους  συνάνθρωπους του, όπως έπραξε ο Άγιος Νίκων. Περιόδευσε την Κρήτη, την Πελοπόννησο και κατέληξε στη Σπάρτη όπου ίδρυσε μεγάλη μονή. Κοιμήθηκε το 998 μ.Χ. Η ακολουθία του βρίθει αναφορών για την αποστολική του δράση όπως: «Ὥσπερ, φαεινότατος ἀστήρ, ἐξ ἑώας Πάτερ ἐκλάμψας, πρὸς δύσιν ἔσπευσας, πάντας πρὸς μετάνοιαν, ποδηγετῶν τοὺς λαούς, τῷ φωτὶ τοῦ κηρύγματος», «τῷ Χριστῷ ἠκολούθησας, πόλεις καὶ τόπους συνεχῶς διαμείβων, μακάριε, οὐκ ἔχομεν ὧδε, βοῶν μετὰ τοῦ Παύλου, μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν», «κηρύττων προέτρεπες, τοὺς λαοὺς εἰς ὑπόμνησιν, τῶν ἐπταισμένων, καὶ πρὸς βίου διόρθωσιν, ἐφ’ οἷς ἥμαρτον, ἱλεοῦντες τὸν Κύριον».

Η μνήμη του Αγίου Νίκωνος τιμάται 26 Νοεμβρίου εκάστου έτους.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Θείας πίστεως.
Χαίρει ἔχουσα ἡ Λακεδαίμων, θείαν λάρνακα, τῶν σῶν λειψάνων, ἀναβρύουσαν πηγὰς τῶν ἰάσεων, καὶ διασώζουσαν πάντας ἐκ θλίψεων, τοὺς σοὶ προστρέχοντας Πάτερ ἐκ πίστεως. Νίκων Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Μετάνοια και ιεραποστολή

Κήρυττε μετάνοια∙ η ευλογημένη συνήθεια του Αγίου Νίκωνος προσφέρει διδακτικά ένα ιδιαίτερο γνώρισμα ιεραποστολικής δράσεως. Σήμερα τα κηρύγματά μας – όσον αφορά στην ιεραποστολική προσέγγιση των ανθρώπων- είτε είναι απολογητικά σε σχέση με τις άλλες θρησκείες και ομολογίες είτε τονίζουν κάποιες αρετές όπως την αγάπη, την μακροθυμία κ.α. (χωρίς φυσικά να θέλουμε να πούμε ότι αυτές οι προσεγγίσεις είναι λανθασμένες ή μειοδοτούν σε σχέση με αυτή της μετανοίας).

Κήρυττε μετάνοια και μέσω αυτού του κηρύγματος έκανε ιεραποστολή. Παράδοξο στ’ αλήθεια… πώς είναι δυνατόν ένα τέτοιο κήρυγμα να έχει απήχηση στην ψυχή των ανθρώπων; Κι όμως∙ είναι και μάλιστα πολύ φυσικό, αφού καλούσε τις ψυχές να επανέρθουν στην φυσική τους κατάσταση, την προπτωτική τους σχέση με τον Δημιουργό τους, στην πλήρη ανάπαυσή τους, είτε αυτοί ήταν χριστιανοί είτε όχι. Ειδικά για αυτούς που δεν γνώρισαν τον νόμο του Θεού, εύστοχα μας ενημερώνει ο Άγιος Απόστολος Παύλος πως: «ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων» (Ρωμ. 2:14-15). Σε μετάφραση: «Όσο για τα άλλα έθνη, που δε γνωρίζουν το νόμο, πολλές φορές κάνουν από μόνοι τους αυτό που απαιτεί ο νόμος. Αυτό δείχνει πως, αν και δεν τους δόθηκε ο νόμος, μέσα τους υπάρχει νόμος. Η διαγωγή τους φανερώνει πως οι εντολές του νόμου είναι γραμμένες στις καρδιές τους και σ’ αυτό συμφωνεί και η συνείδησή τους, που η φωνή της τους τύπτει ή τους επαινεί, ανάλογα με τη διαγωγή τους». Όσον αναφορά Στο αγαθό και πώς το αναγνωρίζει ο κάθε άνθρωπος, ο Άγιος Βασίλειος αναφέρει: «Ἑκάστου ἡμῶν ἐν τῷ κρυπτῷ ζυγός τίς ἐστι παρά τοῦ κτίσαντος ἡμᾶς ἐγκατασκευασθείς, ἐφ’ οὗ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων δυνατόν ἐστι διακρίνεσθαι… Οὐκ ἔστι σοι εἰπεῖν ἐν τῇ ἡμερᾳ τῆς κρίσεως, οὐκ ἠδεῖν τὸ ἀγαθόν. Προσφέρεταί σοι τὰ ἴδια τὰ ζυγὰ ἰκανήν παρεχόμενα διάκρισιν ἀγαθοῦ καὶ κακοῦ»5.  Αλλά και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θεωρεί την ατομική συνείδηση του καθενός «διδάσκαλον απαραλόγιστον», δηλαδή «αδιάψευστο διδάσκαλο»6.

Σχετικά, τώρα, με τη μετάνοια και τη σχέση της με την ιεραποστολή, ο ιερός Χρυσόστομος επισημαίνει: «Χθες μας παρέθεσε το τραπέζι ο Παύλος, σήμερα ο Ματθαίος, χθες ο σκηνοποιός, σήμερα ο τελώνης, χθες ο βλάσφημος, σήμερα ο άρπαγας, χθες ο διώκτης, σήμερα ο πλεονέκτης. Όμως ο βλάσφημος δεν έμεινε βλάσφημος, αλλ’ έγινε απόστολος και ο άρπαγας δεν έμεινε άρπαγας, αλλ’ έγινε ευαγγελιστής. Αναφέρω και την προηγούμενη κακία και την μεταγενέστερη αρετή, για να μάθης πόση είναι η ωφέλεια της μετανοίας, για να μην απελπισθής ποτέ για την σωτηρία σου. Οι διδάσκαλοί μας έλαμπαν πριν από την αμαρτία τους, αλλά κατόπιν έλαμψαν από την δικαιοσύνη τους, ο τελώνης και ο βλάσφημος, οι πιο καλοί καρποί της πονηρίας. Γιατί, τι είναι το τελωνείο; Αρπαγή νόμιμη, βία θαρραλέα, αδικία που έχει συνήγορο τον νόμο. Χειρότερος από ληστές είναι ο τελώνης. Τι σημαίνει τελωνείο; Βία που προβάλλει τον νόμο για υπεράσπισι, που έχει τον ιατρό δήμιο. Καταλάβατε αυτό που είπα; Οι νόμοι είναι ιατροί, κατόπιν γίνονται και δήμιοι, γιατί δεν θεραπεύουν την πληγή, αλλά την μεγαλώνουν. Τι σημαίνει τελωνείο; Αμαρτία αναίσχυντη, αρπαγή χωρίς πρόφασι, πράγμα χειρότερο από ληστεία. Ο ληστής τουλάχιστον ντρέπεται όταν κλέβη, ενώ αυτός μιλάει με παρρησία όταν αρπάζη. Και όμως! Ο Τελώνης αυτός έγινε αμέσως ευαγγελιστής. Πως και με ποιο τρόπο; «Προχωρώντας», λέγει, «ο Ιησούς είδε τον Ματθαίο να κάθεται στο τελωνείο και του λέγει, ακολούθησέ με» (Ματθ. 9:9). Πόση δύναμι έχει ο λόγος αυτός! Μπήκε μέσα του το αγκίστρι και στρατιώτη τον αιχμάλωτο  κατέστησε, χρυσάφι τον πηλό. Μπήκε μέσα του το αγκίστρι, «και αμέσως σηκώθηκε και τον ακολούθησε». Ήταν στο βάθος της κακίας, και ανέβηκε στην κορυφή της αρετής»7.

Και τελειώνει: «Κανείς, λοιπόν, ας μην απελπίζεται για την σωτηρία του. Δεν είναι φυσική η κακία, έχουμε τιμηθή με προαίρεσι και ελευθερία. Είσαι τελώνης; Μπορείς να γίνης ευαγγελιστής. Είσαι βλάσφημος; Μπορείς να γίνεις απόστολος. Είσαι ληστής; Μπορείς να λεηλατήσης τον παράδεισο. Είσαι μάγος; Μπορείς να προσκυνήσης Τον Κύριο. Δεν υπάρχει καμία αμαρτία που να μη σβήνεται με την μετάνοια. Γι’ αυτό ο Κύριος διάλεξε τους πιο καλούς καρπούς της πονηρίας, για να μπορή κανείς στο τέλος να απαλλάγή από την πονηρία»8.

Συνοψίζοντας, οφείλουμε οι ιεραποστολικώς εργαζόμενοι πρώτα να έχουμε ζήσει και να ζουμε εν μετανοία, γιατί η μετάνοια δεν είναι απόφαση στιγμής αλλά αποφασιστικός τρόπος ζωής. Έχουμε χρέος, έπειτα, να μιλούμε για την μετάνοια είτε σε χριστιανούς είτε σε κατηχουμένους, έχοντας υπόψη την ύπαρξη της συνειδήσεως και τη χάρη του Θεού.  Τέλος, επιβάλλεται να προβάλουμε παραδείγματα μετανοίας από την Αγία Γραφή, όπως οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος, ο Ζακχαίος, η ισαπόστολος Φωτεινή η Σαμαρείτιδα, αναδεικνύοντας έτσι την μετάνοια ως εφικτή και τον ιεραποστολικό τρόπο ζωής που την συνοδεύει ως ποθητό.


 

  1. Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής, εκδ.«Ορθόδοξος Κυψέλη», τ. 2, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 194.
  2. Π.Παρασκευά Ζωφράφου, Κηρύγματα Αλήθειας και Ζωής, τ. 10, Αθήνα 2010, σσ. 480-481.
  3. Π.Παρασκευά Ζωφράφου, Κηρύγματα Αλήθειας και Ζωής, τ. 10, Αθήνα 2010, σ. 481.
  4. Στέργιου Σάκκου, Αποστολικές περικοπές, τ. 2, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 190
  5. Βενεδίκτου Ιερομονάχου, Βασιλειανόν Ταμείον, εκδ.«Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου», Άγιον Όρος 1998, σ. 521.
  6. Βενεδίκτου Ιερομονάχου, Παλαμικόν Ταμείον, εκδ.«Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου», Άγιον Όρος 2007, σ. 914.
  7. Βενεδίκτου Ιερομονάχου, (Χρυσοστομικός Άμβων Στ΄), Μετάνοια, Εξομολόγησις, Νηστεία, Θεία Κοινωνία, εκδ.«Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου», Άγιον Όρος 2008, σσ. 183-184.
  8. Βενεδίκτου Ιερομονάχου, (Χρυσοστομικός Άμβων Στ΄), Μετάνοια, Εξομολόγησις, Νηστεία, Θεία Κοινωνία, εκδ.«Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου», Άγιον Όρος 2008, σ. 184.