Κάθομαι ἀπόψε στήν τραπεζαρία τῆς Πατριαρχικῆς Σχολῆς. Στήν ἴδια καρέκλα, τριάντα πέντε χρόνια. Πόσες ἀναμνήσεις! Πόσες μνῆμες! Πόσοι κόποι! Μέτρησα πόσοι παρόντες ἱεροσπουδαστές εἶναι παιδιά τῶν μαθητῶν μου. Θυμήθηκα τούς πατέρες τους, ὅταν κι αὐτοί στήν ἴδια ἡλικία καθόντουσαν στίς ἴδιες καρέκλες. Ἡ περίπτωση ἑνός ἀπό αὐτούς εἶχε γιά μένα ἰδιαίτερη σημασία. Θυμήθηκα τή γέννησή του, τή βάπτισή του καί στή συνέχεια τή φοίτησή του στό Δημοτικό καί στό Γυμνάσιο. Ὁ πατέρας του ἔκανε ἀπό τότε ὄνειρα. Ἐκπλήρωνε τήν ἀποστολή του στό ἀκέραιο. Μέ παρακαλοῦσε, πάντα, ὅτι θά ἤθελε ὁ πρῶτος του γιός νά ἔρθει νά φοιτήσει στήν Πατριαρχική Σχολή. Δέν εἶχα καμιά ἀμφιβολία, ἀφοῦ τόν γνώριζα ἀπό βρέφος. Ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα ν’ ἀνοίξει ἡ Σχολή γιά τό ἀκαδημαϊκό ἔτος, θέλησε ὁ ἴδιος νά τόν φέρει. Ὅταν μοῦ τό εἶπε, τοῦ ἀνέφερα ὅτι δέ συνηθίζεται κάτι τέτοιο, γιατί οἱ νέοι εἶναι ὥριμοι καί σοβαροί καί μποροῦν ἀπό μόνοι τους νά ταξιδέψουν. Ἐπέμενε ὅμως καί δέν ἔφερα καμιά ἔνσταση.

Ἦλθε, λοιπόν, μέ τό γιό του. Τόν πῆρε, πρῶτα, στό παρεκκλήσιο τῆς Σχολῆς καί τοῦ ὑπέδειξε ὅτι δέν πρέπει νά χάνει καμιά ἀπό τίς ἀκολουθίες. Τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι ἄν εἶναι φίλος τῶν ἀκολουθιῶν, ἄν δηλαδή τίς ἀγαπήσει καί συμμετάσχει σ’ αὐτές, θά βγεῖ πολύ κερδισμένος πνευματικά, γιατί αὐτές εἶναι ἡ τροφή ἡ αὐθεντική μέσα στή ζωή τῆς Σχολῆς. Τό ἴδιο ἔκανε, δείχνοντάς του τήν τραπεζαρία τῆς Σχολῆς, τίς αἴθουσες διδασκαλίας, τούς θαλάμους, ἀκόμα καί τά μπάνια. Γενικά τόν πῆρε παντοῦ. Θυμήθηκε κι αὐτός τήν ἐποχή τή δική του. Ὡραῖο τό περιβάλλον τῆς Σχολῆς, ὅπως ἔζησε καί ὁ ἴδιος, ὅμως πιό σημαντική ἦταν ἡ ζωή μέσα ἀπό τή λειτουργική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, τήν ὑπακοή καί τόν σεβασμό πρός τούς καθηγητές. Μηνύματα πού βοήθησαν τόν ἴδιο, καί τώρα ἄνετα μπορεῖ νά ἐξασκήσει τά καθήκοντα τοῦ ἱερέα καί τοῦ πνευματικοῦ.

Συνήθως, οἱ ἄνθρωποι ἔρχονται νά μέ ἐπισκεφθοῦν γιά διάφορους λόγους. Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς εἶναι καί ἐκεῖνοι πού ἐπιθυμοῦν νά τελέσουν ἐκκλησιαστικό γάμο. Ἕνας νέος, λοιπόν, ἀπό μία ἐκ τῶν ἐνοριῶν κοντά στή Ναϊρόμπη μ’ ἐπισκέφθηκε καί ἤθελε νά τελέσω τό γάμο του. Ὅπως συνήθως συμβαίνει, τό σημείωσα στό ἡμερολόγιό μου καί εἶπα ὅτι, ἄν εἶμαι ἐδῶ, θά κανονίσω ὁπωσδήποτε νά πάω. Δέν μοῦ ζήτησε τίποτε ἄλλο, ἤθελε μόνο τήν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας.

Πέρασαν μόνο λίγες ἑβδομάδες καί ἔφθασε ἡ μέρα πού θά τελοῦνταν ὁ γάμος. Πῆγα, λοιπόν, στήν ἐκκλησία καί, ἐκεῖ, βλέπω ξανά τόν νέο αὐτό νά χύνει ποταμούς ἀπό δάκρυα, νά σκουπίζει μέ τό μαντήλι τά μάτια του. Τόν πλησίασα καί τόν ρώτησα γιατί κλαίει. Μοῦ ἐξήγησε ὅτι ἦταν πολύ συγκινημένος καί δυσκολεύεται νά τό πιστέψει. Ἄς σημειωθεῖ ἐδῶ, ὅτι, σύμφωνα μέ τήν παράδοση τῆς φυλῆς του, οἱ ἄνδρες δέν πρέπει νά κλαῖνε ποτέ, ἀκόμα καί σέ κηδεῖες. Τόν εὐλόγησα καί μετά μπῆκα μέσα στό ἱερό νά περιμένω. Ὁ ἱερέας, ἦλθε καί ἔδωσε μερικές ἐπεξηγήσεις. Ἤθελε, πάντα, ὁ νέος αὐτός νά τελέσει ἐκκλησιαστικό γάμο, ἀλλά ἦταν φτωχός καί δέν εἶχε τά ἀπαιτούμενα χρήματα, γιά νά πληρώσει στούς γονεῖς τῆς νύφης νά τοῦ τήν δώσουν, δηλ. κάτι ἀντίστοιχο μέ τή δική μας τήν προίκα. Ὁ ἱερέας μοῦ ἐξήγησε ὅτι ἀπό μικρός ὑπηρετοῦσε μέσα στό ἱερό καί αἰσθανόταν ντροπή ἀλλά καί εὐθύνη ἀπέναντι στό Θεό νά ζεῖ μέ τή γυναίκα του, παραδοσιακά, σάν ζευγάρι. Εἶχε στήν τσέπη του μόνο δύο εὐρώ, ἀλλά οἱ γονεῖς ζητοῦσαν χίλια. Μεγάλο ποσό. Ὅταν τό πληροφορήθηκαν οἱ ἐνορίτες, ἔτρεξαν ὅλοι καί συνέβαλαν, ὥστε νά συγκεντρωθεῖ τό ἀπαιτούμενο ποσό, γιά νά μπορέσει ὁ νέος αὐτός νά τελέσει ἐκκλησιαστικό γάμο.

Ἡ ἁπλότητά του καί ἡ ἀγάπη του πρός τό Θεό τόν ἀξίωσε μέσα ἀπ’ ὅλες αὐτές τίς ὑφιστάμενες δυσκολίες νά τελέσει ἐκκλησιαστικό γάμο καί νά ζήσει πιά ἐκκλησιαστικά τό μεγάλο μυστήριο τοῦ γάμου. Ἡ σύζυγός του, μία νεαρή κοπέλα, πού ἦταν πολύ σεμνά ντυμένη, παρακολουθοῦσε μέ ἰδιαίτερη προσοχή τίς εὐχές καί ὅλη τήν ἀκολουθία στήν τοπική διάλεκτο τῆς φυλῆς καί στά Σουαχίλι. Τελείωσε τό μυστήριο. Ἦλθε ἡ ὥρα νά κηρύξω. Γνωρίζοντας ὅτι ἡ πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων πού προσῆλθαν, γιά νά παραστοῦν στό μυστήριο, ἀνῆκαν σέ ἄλλες ὁμολογίες, μίλησα γιά τή σπουδαιότητα τῶν μυστηρίων μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τόνισα ἰδιαίτερα τήν ἀξία τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου καί ἐκείνου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Στούς δύο ὑπέδειξα ὅτι ἔπρεπε νά ἀρχίσουν τώρα τή νέα τους ζωή ἐν Κυρίω καί τή συχνή συμμετοχή τους στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, δωρίζοντάς τους μία εἰκόνα τῆς Παναγίας καί  προτρέποντάς τους νά προσεύχονται μαζί, μπροστά στήν εἰκόνα, πρωί καί βράδυ. Φάνηκε ὅτι τό χάρηκαν ἰδιαίτερα καί τό εὐχαριστήθηκαν όλοι τους.

† Ο Ναϊρόμπι Μακάριος