Η Ισαπόστολος Νίνα: Ιησούς, Αγία Γραφή και Ιεραποστολή

17 Ιανουαρίου 2018

Η Νίνα γεννήθηκε στην Καππαδοκία και, σύμφωνα με την ιερή της ακολουθία, υπήρξε «Ἐξ εὐσεβοῦς ἀνθήσασα ῥίζης». Ο πατέρας της, ο Ζαβουλών, ήταν στρατιωτικός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και συγγενής του Αγίου Γεωργίου και η μητέρα της, η Σουζάνα, αδελφή του Αγίου Ιουβεναλίου Πατριάρχου Ιεροσολύμων. Ο Ζαβουλών, έχοντας ζήλο ιερό και κατόπιν συγκαταθέσεως της συζύγου του, εγκατέλειψε τα εγκόσμια, εκάρη μοναχός και παρέδωσε την επιβίωση της οικογενείας του στην πρόνοια του Θεού Πατέρα. Μετά την απόφαση του Ζαβουλών, η Σουζάνα χειροτονήθηκε διακόνισσα στα Ιεροσόλυμα και τη νεαρή Νίνα την παρέδωσαν σε μια γερόντισσα ονομαζόμενη Νιαφόρα. «Καθημερινά, προσευχόμενη καρδιακά, καὶ μελετώντας τὰ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ καρδιά της ὅλο καὶ περισσότερο ἐφλέγετο ἀπὸ τὴν ἀγάπη της πρὸς τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὑπέμεινε τὰ βασανιστήρια καὶ τὸν σταυρικὸ θάνατο. Μελετώντας μὲ δάκρυα τὶς Εὐαγγελικὲς διηγήσεις περὶ τῆς Σταυρώσεως τοῦ Σωτῆρος τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ ὅλα ὅσα συνέβησαν στὸν Σταυρό, ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν τύχη τοῦ Χιτῶνος τοῦ Κυρίου: Ποῦ νὰ βρίσκεται σήμερα αὐτὴ ἡ χειροποίητη πορφύρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ; ῥωτοῦσε τὴν παιδαγωγό της, απορώντας: ἀδύνατον νὰ χάθηκε στὴν γῆ αὐτὸ τὸ ἁγιασμένο μεγάλο κειμήλιο»1. Την απάντηση στο ερώτημά της την έλαβε από την γερόντισσά της, η οποία την πληροφόρησε πως ο Χιτώνας του Ιησού βρισκόταν στην πόλη Μτσχέτα, στη χώρα της Γεωργίας.

Η αγία Νίνα δεν έχασε καιρό, μετέτρεψε τον ιερό της πόθο σε προσευχή. Ήθελε, με την Χάρη του Θεού, πρώτα να βρει τον άρραφο χιτώνα και έπειτα να ευαγγελίσει τους εκεί ειδωλολάτρες. Και ο ουρανός απάντησε· «Ἡ Θεοτόκος ἄκουσε τὴν προσευχὴ τῆς δούλης Τῆς, ἔμφανίστηκε στὸν ὕπνο της καὶ τῆς εἶπε: Πήγαινε στὴν γῆ τῆς Γεωργίας, κήρυξε ἐκεῖ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ εὕρεις τὸ ἔλεος Του καὶ ἐγὼ θὰ εἶμαι προστάτης σου. Ἀλλὰ πῶς μπορῶ ἐγώ, ῥώτησε ἡ ταπεινὴ κόρη, νὰ γίνω ὄργανο μιᾶς τέτοιας μεγάλης διακονίας, ἀφοῦ εἶμαι ἀδύναμη γυναῖκα; Ἡ Παναγία, ἀφοῦ ἔδωσε στὴν Νίνα Σταυρὸ φτιαγμένο ἀπὸ κληματαριά, τῆς εἶπε: Λάβε αὐτὸν τὸν Σταυρό, αὐτὸς θὰ σοῦ εἶναι προστάτης καὶ φύλακας ἐναντίον ὅλων τῶν ὁρατῶν και ἀοράτων ἐχθρῶν· μὲ τὴν δύναμή του θὰ στήσῃς ἐκεῖ τὴν σωτήριο σημαία τῆς πίστεως τοῦ ἀγαπητοῦ μου Υἱοῦ καὶ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος· θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι, καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν»2. Θαυμάζοντας το γεγονός ο υμνογράφος της αναφωνεί: «κλήσει γὰρ ἁγίᾳ, ἐν μυστικῇ ἐμφανείᾳ, τῆς τοῦ Σωτῆρος μητρός, προθύμως ἐπορεύθης καὶ τὸν θεῖον Σταυρόν, παρ’ αὐτῆς δεξαμένη, ξένα καὶ παράδοξα δι’ αὐτοῦ εἰργάσω καὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως, τὸ μυστήριον ἐδόξασας· καὶ νῦν τῆς δόξης αὐτοῦ κατατρυφῶσα, ἀπαύστως ἱκέτευε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

Έτσι, με το σταυρό της Παναγίας στο χέρι και την ευχή της Εκκλησίας, μέσω του πατριάρχου Ιεροσολύμων Αγίου Ιουβεναλίου, ξεκίνησε το ταξίδι για τον ποθητό προορισμό. Στην πορεία φυλακίστηκε και, ως αιχμάλωτη, πέρασε στη χώρα της Γεωργίας3. Κατά θαυμαστό τρόπο, δραπέτευσε και κατευθύνθηκε προς την πόλη Μτσχέτα. Σ’ αυτήν εισήλθε με αφορμή την προσκύνηση του ειδωλολατρικού θεού Άρμαζ, από όλους τους άνδρες της πόλεως και από τον ίδιο τον βασιλιά της Γεωργίας Μιριάν και την βασίλισσα Νάνα. Όταν έφτασαν στον τόπο θυσίας και προσευχής όπου βρισκόταν και το είδωλο, η αγία προσευχήθηκε και ως άλλος προφήτης Ηλίας κατατρόπωσε τα είδωλα. Η προσευχή της έφερε θεομηνία με αποτέλεσμα τα είδωλα να καταστραφούν και ο βασιλιάς να αρχίσει να πιστεύει πως υπάρχει ισχυρότερος Θεός από εκείνον που μέχρι πρότινος πίστευε.

Μετά από το συγκλονιστικό αυτό περιστατικό, η αγία εγκαταστάθηκε στην πόλη Μτσχέτα φιλοξενούμενη από ένα ευλογημένο ζευγάρι που έγιναν οι πρώτοι χριστιανοί της Γεωργίας. Κατά τη διαμονή της στην οικία εκείνη, άρχισαν να φανερώνονται τα έκτακτα αποτελέσματα της προσευχής της αγίας. Σαν άλλος Απόστολος, με τη διδαχή και την ταυτόχρονη επιβεβαίωσή της από καταπληκτικά σημεία, η ισαπόστολος αγία θαυματοποιούσε και κήρυττε, κήρυττε και θεράπευε. Καρπός του ζήλου της ήταν πλήθος κόσμου να πιστεύει και να κατηχείται. Ακόμα και ο ίδιος ο αρχιερέας Αβιάθαρ ενστερνίστηκε το κήρυγμά της και ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό.

Δύο όμως ήταν τα καίρια γεγονότα που συνετέλεσαν στον ευαγγελισμό της χώρας των Ιβήρων· η θεραπεία της βασίλισσας Νάνας από την αγία Νίνα και η μεταστροφή του βασιλέα Μιριάν. Η βασίλισσα αρρώστησε βαριά, σε σημείο να κινδυνεύει να πεθάνει. Όταν οι γιατροί έχασαν τις ελπίδες τους την προέτρεψαν να ζητήσει βοήθεια από την ξένη χριστιανή Νίνα. Παρόλο που ήταν φανατική ειδωλολάτρης και έτρεφε μεγάλο μίσος κατά των χριστιανών, υπάκουσε και την κάλεσε. Η αγία προσευχήθηκε, σταύρωσε τη βασίλισσα με τον σταυρό της κι εκείνη σηκώθηκε από τη νεκρική κλίνη υγιής4. Από τότε και στο εξής η Νίνα έγινε αδιάσπαστη φίλη και πνευματικός οδηγός της Νάνας. Το δεύτερο γεγονός ήταν η θεραπεία που χαρίστηκε στον ίδιο το βασιλιά Μιριάν με την επίκληση που έκανε στον Θεό της Νίνας. Πιο συγκεκριμένα, τα δαιμόνια που φιλοξενούσαν οι ειδωλολατρικοί ναοί εναντιώθηκαν στην ιεραποστολική δράση και την εν Χριστώ ζωή της αγίας. Φοβούμενος τις απειλές τους ο βασιλιάς αποφάσισε να θανατώσει τόσο την Αγία όσο και όσους είχαν ασπαστεί τον Χριστιανισμό, ακόμα και τη γυναίκα του αν δεν αλλαξοπιστούσε, ώστε να επαναφέρει την πατρίδα του στην προ Χριστού κατάσταση. Όμως, κατά θεία βουλή, στο βουνό όπου βρισκόταν συνέβη παρόμοια θεομηνία με αυτή που είχε προκαλέσει την καταστροφή του ειδώλου Άρμαζ και εκείνος τυφλώθηκε. Τρομαγμένος από την φοβερή τροπή των πραγμάτων επικαλέσθηκε τον θεό της Νίνας και η θεραπεία του ακολούθησε αμέσως. Ο βασιλιάς κατευθύνθηκε στην καλύβα της αγίας και με συντριβή τής ζήτησε να του διδάξει την πίστη στον αληθινό Θεό. Έκτοτε, δεν έπαψε να προτρέπει και τους υπηκόους του να πράττουν το ίδιο. Ο ευαγγελισμός της καρδιάς του βασιλέως της Γεωργίας πραγματοποιήθηκε κατά το σωτήριο για τον λαό αυτό έτος 319 μ.Χ.1.

Το επόμενο βήμα δεν άργησε να γίνει. Ο βασιλιάς Μιριάν έστειλε πρεσβεία προς την Βυζαντινή αυτοκρατορία ζητώντας από τον Μέγα Κωνσταντίνο να του παραχωρήσει επισκόπους και άλλους κληρικούς με σκοπό τη βάπτιση του ιδίου και των κατοίκων της Γεωργίας, καθώς και την οργάνωση της Εκκλησίας τους, «πιστεύειν γάρ εἰλικρινῶς ἔλεγον τῷ Χριστῷ»2. Ο Κωνσταντίνος ανταποκρίθηκε άμεσα στην παράκληση και απέστειλε τον αρχιεπίσκοπο Αντιοχείας Ευστάθιο και μερικούς ακόμα ιερείς μαζί με λειτουργικά σκεύη. Ο Ευστάθιος με την συνοδεία του βάπτισε την οικογένεια του βασιλιά Μιριάν, καθώς επίσης πλήθος αρχόντων και λαού στον ποταμό Κούρα1. Πρώτος επίσκοπος Ιβήρων διετέλεσε ο Έλληνας Ιωάννης (326-332)2.

Μετά τον εκχριστιανισμό της Γεωργίας, η αγία Νίνα αποφεύγοντας την δόξα που είχε αποκτήσει και έχοντας ζωντανό στα στήθη της τον πόθο για ιεραποστολή, απομακρύνθηκε από την πόλη και κατευθύνθηκε προς τα ψηλά όρη του Αράβγου, στην περιοχή της Καρτάλης. Αφού για λίγο καιρό ασκήτεψε εκεί, συνέχισε την αποστολική της πορεία ευαγγελίζοντας και τις περιοχές του Καυκάσου.

Η αγία Νίνα προγνώρισε τον θάνατό της, κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων από τον επίσκοπο Ιωάννη, αποχαιρέτισε τους βασιλείς και το πλήθος του λαού που έτρεξε να την προσκυνήσει και αναπαύτηκε ειρηνικά το 335 μ.Χ., στην περιοχή της Καχετίας.

Η μνήμη της τιμάται στις 14 Ιανουαρίου εκάστου έτους.

Ἀπολυτίκιον
Ήχος πλ α’ . Τον συνάναρχον λόγονὭς ὡραίοι οἱ πόδες σου οἱ ζηλώσαντες ἀκολουθήσαι ταῖς τρίβοις τῶν ἀποστόλων Χριστοῦ, Νίνα σκεῦος Παρακλήτου παμφαέστατον· ὄθεν τιμῶντες σε πιστῶς, Γεωργίας φρυκτωρέ φωτόλαμπρε, σέ αἰτοῦμεν· ἡμῶν τὰ σκότη λιταῖς σου τῆς ἀγνωσίας πόρρω σκέδασον.

Ιησούς, Αγία Γραφή και Ιεραποστολή

Εστιάζοντας σ’ ένα μόνο από τα διδακτικά περιστατικά της ζωής της αγίας Νίνας, θα επιχειρήσουμε, με τη Χάρη του Θεού, να ερευνήσουμε τη σχέση της Αγίας Γραφής με την Ιεραποστολή. Ανατρέχοντας στον συγκλονιστικό της βίο, παρατηρούμε πως από νεαρή ηλικία, στα πρώτα βήματα της εν Χριστώ ζωής και προετοιμασίας της για το ιεραποστολικό έργο, μελετούσε την Αγία Γραφή. Όσα αποκόμιζε από το θεάρεστο αυτό εντρύφημα λειτούργησαν αργότερά ως εφαλτήριο, στήριγμα και πηγή ιεραποστολική δράσης.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Όταν μιλάμε για ιεραποστολή, τι φανταζόμαστε; Τι πιστεύουμε; Τι εννοούμε; Την αποκάλυψη, την φανέρωση του προσώπου του Ιησού και του έργου της Θείας Οικονομίας Του σε αυτούς που δεν το γνωρίζουν. Το δε πρόσωπο του Ιησού Χριστού είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την Αγία Γραφή: «Η ύπαρξη της Αγίας Γραφής είναι ουσιαστική συνέπεια της ενσαρκώσεως του Κυρίου. Ο Λόγος του Θεού, προτού σαρκωθεί, ήταν απερίληπτος, αναφής και άγραφος. Με την ενσάρκωση όμως έγινε, κατά την ανθρώπινη φύση του, περιληπτός, ορατός και γραπτός. Η Γραφή βεβαιώνει ακριβώς την ορατή και ιστορική άποψη, δηλ. την ιστορικότητα και αλήθεια της ενσαρκώσεως! Όπως το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, έτσι και η Γραφή, έχει δύο «φύσεις», την ανθρώπινη, ιστορική και την θεία, πνευματική. Η γραπτή μορφή της Γραφής ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη και το πνευματικό της νόημα στην θεία φύση του Κυρίου»3. Άρα για να κατανοήσεις, να βιώσεις και να μεταδώσεις την ενσάρκωση του Σωτήρα, οφείλεις πρώτα τα Τον συναντήσεις και να Τον γνωρίσεις στη Αγία Γραφή.

Μελετώντας την Αγία Γραφή γνωρίζεις Αυτόν, γοητεύεσαι από Αυτόν, Τον ερωτεύεσαι μέχρι τέλους, μέχρι και θανάτου όπως έκαναν πλήθος Αγίων. Κάνεις κάθε τρέλα, κατά κόσμον, για να ελκύσεις την Χάρη του και όταν αυτό συμβεί, αλλάζεις, φωτίζεις εσύ και αλλάζουν και φωτίζουν και όλοι δίπλα σου, ειρηνεύεις και σκορπίζεις ειρήνη, αγαπάς και αγαπιέσαι, ζεις τον Παράδεισο και οδηγείς και άλλους εκεί…

Η Αγία Γραφή είναι αυτή που μας διδάσκει, μας προετοιμάζει και μας ωθεί προς το μεγάλο έργο της προσωπικής μας ιεραποστολής αλλά και της αποστολής προς τους άλλους ανθρώπους, μας βοηθάει ν’ απαλλαγούμε από τα πάθη μας μιμούμενοι τα πρότυπά της. Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Μεγίστη δέ ὁδός πρός τήν τοῦ καθήκοντος εὔρεσιν ἡ μελέτη τῶν θεοπνεύστων Γραφῶν… Οἵον ἀπό τινος κοινοῦ ἰατρείου, τό πρόσφορον εὐρισκει τῷ ἀρρωστήματι φάρμακον… Ὁ ἐραστής τῆς σωφροσύνης εὑρίσκει τὸν Ἰωσήφ, ὁ τῆς ἀνδρείας, τὸν Ἰῶβ, ὁ τῆς πραότητος τὸν Δαυὶδ καὶ τὸν Μωυσῆ»4. Και ο ιερός Χρυσόστομος επισημαίνει στην ίδια συνάφεια: «Διὰ τοῦτο Γραφάς ἐρμηνεύομεν, οὐχ ἵνα Γραφὰς μάθητε μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὰ ἤθη διορθώσητε. Ἄν τοῦτο μὴ γένηται, περιττῶς ἀναγινώσκομεν»5. Και άλλού: «Φαρμακεῖον δι’ ὅλα τά πάθη (είναι η Γραφή). Τροφή ἐστι πνευματικὴ καὶ νευροῖ τὸν λογισμὸν καὶ ἰσχυρὰν ἐργάζεται τὴν ψυχὴν καὶ εὐτονωτέραν καὶ φιλοσοφωτέραν». Και ακόμα: «Ὅσῳ ἄν τις ταύτας ἐπιέναι σπουδάζῃ, τοσοῦτον μᾶλλον δύναται κατοπτεύειν τὸν ἐγκεκρυμμένον θησαυρόν»6. Τέλος, για όλους όσοι θέλουν να ζήσουν πνευματική ζωή, πόσο μάλλον και για αυτούς που ποθούν να εργαστούν ή εργάζονται ήδη στο θεόσδοτο και θεοδίδακτο έργο της ιεραποστολής, υπογραμμίζει: «Ἐνοικεῖτω ὑμῖν πλουσίως, μὴ ἁπλῶς, ἀλλά μετὰ πολλῆς τῆς περιουσίας. Κτᾶσθε βιβλία φάρμακα τῆς ψυχῆς. Εἰ μηδὲν ἔτερον βούλεσθε, τὴν γοὺν Καινὴν Διαθήκην κτήσασθε. Τοῦτο πάντων αἴτιον τῶν κακῶν, τὸ μὴ εἰδέναι τὰς Γραφάς. Χωρὶς ὅπλων εἰς τὸν πόλεμον βαδίζομεν»7.

Η Αδελφότητά μας έχει επίγνωση της σπουδαιότητας της ύπαρξης της Αγίας Γραφής σε κάθε γλώσσα λαού που επιτελείται ιεραποστολικό έργο. Το έργο αυτό πραγματοποιείται σε συνεργασία με τις κατά τόπους εκκλησίες και τους εκεί υπευθύνους, είτε επισκόπους είτε ιερείς. Έτσι, χρηματοδοτεί εκδόσεις και τις αποστέλλει με τη βεβαιότητα πως ο Λόγος του Θεού και η ανάγνωση των Γραφών «οὐρανῶν ἐστιν ἄνοιξις»8 στις καρδιές των κατηχουμένων ή νεοφώτιστων αδελφών μας.

Παραπομπές

  1. Βίος και πολιτεία της Αγίας Ισαποστόλου Νίνης, Φωτίστριας της Γεωργίας, εκδ.«Ι.Μ. Αγ. Γεωργίου», Ήλια Αιδηψού Εύβοιας 2002
  2. Αναστασίου Γιαννουλάτου, έως εσχάτου της γης, εκδ.«Αποστολική Διακονία», Αθήνα 2009, σ. 101
  3. Ιωάννη Παναγόπουλου, Η Ερμηνεία της Αγίας Γραφής στην Εκκλησία των Πατέρων, εκδ.«Αθως», τ.1, Αθήνα 2010, σσ. 49-50
  4. Βενεδίκτου Ιερομονάχου, Βασιλειανόν Ταμείον, εκδ.«Συνοδεία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου», Άγιον Όρος 1998, σ. 36
  5. Βενεδίκτου Ιερομονάχου, Χρυσοστομικόν Ταμείον, εκδ.«Συνοδεία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου», Άγιον Όρος 2002, σ. 64
  6. Βενεδίκτου Ιερομονάχου, Χρυσοστομικόν Ταμείον, εκδ.«Συνοδεία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου», Άγιον Όρος 2002, σσ. 64-65
  7. Βενεδίκτου Ιερομονάχου, Χρυσοστομικόν Ταμείον, εκδ.«Συνοδεία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου», Άγιον Όρος 2002, σ. 71
  8. Βενεδίκτου Ιερομονάχου, Χρυσοστομικόν Ταμείον, εκδ.«Συνοδεία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου», Άγιον Όρος 2002, σ. 67
Συντόμευση προς την ανάρτηση: https://ierapostoles.gr/?p=17305